Ο Ζοζέ Μουρίνιο επιστρέφει στη Σεβίλλη όπου άρχισαν όλα με την Πόρτο μετά τον αποκλεισμό του Παναθηναϊκού

Θα μπορούσε να είναι ένας κύκλος που κλείνει, ωστόσο ο Ζοζέ Μουρίνιο έχει πολλούς κύκλους ακόμα στην καριέρα του. Ο Πορτογάλος προπονητής πηγαίνει στη Σεβίλλη όπου κατέκτησε τον πρώτο διεθνή τίτλο του, το Κύπελλο UEFA, όντας ήδη κάτοχος της μετεξέλιξης της διοργάνωσης, του Europa League.

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ αντιμετωπίζει την τοπική ανδαλουσιάνικη ομάδα στο Champions League και το Sport-Retro.gr θυμάται τα πρώτα βήματα του Μουρίνιο στην Πόρτο, μέχρι την επίσκεψή του στο Ολυμπιακό Στάδιο της Σεβίλλης, προτού γίνει «Special One»…

 

Από μεταφραστής, προπονητής της Μπενφίκα

Γιος διεθνή Πορτογάλου τερματοφύλακα, έκανε τα πρώτα βήματα στον χώρο ως παιδί, συνθέτοντας scouting reports στον πατέρα του, όταν εκείνος έγινε προπονητής σε διάφορες ομάδες της χώρας. Εγκατέλειψε γρήγορα την καριέρα του ως ποδοσφαιριστής, χωρίς διακρίσεις, ώστε να σπουδάσει στη γυμναστική ακαδημία της Λισαβόνας και στα 24 του είχε ήδη δίπλωμα προπονητικής από την UEFA. Το 1992 ανέλαβε μεταφραστής για τον Μπόμπι Ρόμπσον στη Σπόρτινγκ και η ευρυμάθειά του εντυπωσίασε τον Άγγλο προπονητή, που τον πήρε μαζί του σε Πόρτο και Μπαρτσελόνα, τύποις με την ίδια ιδιότητα.

Στην πραγματικότητα, ο Μουρίνιο λειτουργούσε ως επιπρόσθετος βοηθός, έχοντας ήδη διδαχθεί διαχείριση ανθρώπων από τον πολύπειρο προπονητή. Όταν μετά από την εντυπωσιακή χρονιά με πρωταγωνιστή τον Ρονάλντο και τον Ζιοβάνι να συνεπικουρεί, ο Ρόμπσον προβιβάστηκε σε τεχνικό διευθυντή της ομάδας και τη θέση του πήρε ο Λουίς φαν Χάαλ στον πάγκο, ο Μουρίνιο συνέχισε ως πρώτος βοηθός, υιοθετώντας από τον Ολλανδό τακτικές και φιλοσοφίες.

Όλα αυτά μέχρι να αποφασίσει να αλλάξει παραστάσεις και να πάει βοηθός του Γιουπ Χάινκες στην Μπενφίκα. Ο Γερμανός απολύθηκε μόλις στην 4η αγωνιστική και ανέλαβε ο Μουρίνιο ως πρώτος προπονητής, ενώ μάλιστα αρνήθηκε να πάρει τον Ζεζουάλντο Φερέιρα ως βοηθό του (τον οποίο είχε καθηγητή στη σχολή), παρά την πρόταση των διοικούντων. Η πορεία των «αετών» ήταν καλή, μάλιστα επικράτησαν με 3-0 της Σπόρτινγκ στο μεγάλο ντέρμπι, ωστόσο οι προεδρικές εκλογές άλλαξαν το νο1 της ομάδας και οι σχέσεις του Μουρίνιο με τον Μανουέλ Βιλαρίνιο δεν ήταν καθόλου καλές.

Ο νεαρός τεχνικός αποχώρησε στις 5 Δεκεμβρίου μετά από μόλις 9 αγώνες, μένοντας άνεργος για ένα εξάμηνο, μέχρι να του προσφέρει ρόλο προπονητή η Λεϊρία. Στη μισή σεζόν που κάθισε στον πάγκο της, την οδήγησε μέχρι την 3η θέση. Τότε ήταν που η Πόρτο αποφάσισε να κινηθεί για την απόκτησή του, για την επιστροφή του στο «Άντας». Στις 23 Ιανουαρίου 2002, οι διοικούντες του συλλόγου αντικατέστησαν τον Οκτάβιο Μασάντο με τον Μουρίνιο, ο οποίος βρισκόταν δύο θέσεις πάνω από τους «δράκους» στον βαθμολογικό πίνακα (Σπόρτινγκ, Μποαβίστα, Λεϊρία και Μπενφίκα ήταν πάνω από την Πόρτο σε εκείνο το χρονικό σημείο).

 

Βγήκε 3ος με πορεία πρωταθλητισμού

Για μία ομάδα που είχε κατακτήσει οκτώ πρωταθλήματα την προηγούμενη δεκαετία, το να έχει τεθεί εκτός τίτλου από τόσο νωρίς έμοιαζε αδιανόητο. Εκτός αυτού, είχε αποκλειστεί ήδη από το Taça de Portugal και βρισκόταν στην τελευταία θέση της 2ης φάσης των ομίλων στο Champions League.

Στην πρώτη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε, προϊδέασε γι’ αυτό που θα ακολουθήσει, όσον αφορά στην προσωπικότητά του. Χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι, υποσχέθηκε ότι η Πόρτο την επόμενη σεζόν θα κατακτήσει το πρωτάθλημα, παρότι παραδέχθηκε ότι το ρόστερ που είχε στη διάθεσή του, ήταν από τα χειρότερα των τελευταίων ετών. Ήταν μία συνέντευξη Τύπου που θύμισε Ζοζέ Μαρία Πεντρότο, παίκτη και προπονητή της ομάδας τις προηγούμενες δεκαετίες, που προσέφερε τίτλους και ταμπεραμέντο, φτάνοντας μέχρι την κορυφή του πορτογαλικού πρωταθλήματος με 326 νίκες ως τεχνικός.

Με τον Μπένι Μακάρθι να αποκτάται ως δανεικός και να αρχίζει να «πυροβολεί» κατά ριπάς στην επίθεση, η Πόρτο κάνει ένα εντυπωσιακό ντεμαράζ. Τον Φεβρουάριο του 2002 χάνει με 2-3 από την Μπέιρα Μαρ στο Πόρτο και αυτή θα ήταν η μοναδική ήττα του Μουρίνιο σε εντός έδρας παιχνίδι πρωταθλήματος μέχρι να φύγει (36 νίκες, 2 ισοπαλίες) και ουσιαστικά για τα επόμενα 9 χρόνια, αφού έχασε ξανά στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου», ως προπονητής της Ρεάλ, μετά από 150 παιχνίδια!

Η ομάδα συμπλήρωσε τρίτη σεζόν χωρίς πρωτάθλημα, τερματίζοντας με 21 νίκες σε 34 παιχνίδια (15-2-2 το ρεκόρ επί Μουρίνιο) στην 3η θέση, πίσω από τις δύο προηγούμενες πρωταθλήτριες, Σπόρτινγκ και Μποαβίστα. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, άρχισε η αλλαγή της ιστορίας της…

 

Τον κορόιδευαν για τις μετρήσεις

Ο Μουρίνιο και οι βοηθοί του, Ρούι Φαρία, Μπαλτεμάρ Μπρίτο, Αλοΐσιο, Σιλβίνο, καθώς και ο αναλυτής του, Αντρέ Βίλας Μπόας, εισήγαγαν καινοτόμες έννοιες στη χώρα, σε διάφορα επίπεδα. Προσέγγισε με πιο επιστημονικό τρόπο την προπονητική, δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Άρχισε μετρήσεις για τα πάντα και σχεδίαζε ειδικά προγράμματα εκγύμνασης ανάλογα με τα αποτελέσματα, σε σημείο να λοιδορείται από συναδέλφους του.

Κατά τη διάρκεια της θερινής προετοιμασίας, έγραφε αναλυτικές αναφορές για τις προπονήσεις στην ιστοσελίδα του συλλόγου. Τα κείμενα περιελάμβαναν εξειδικευμένους όρους, κάτι που αντιμετωπίστηκε με κριτική, αφού τον κατηγόρησαν για επιτηδευμένες πρακτικές.

Το πλάνο του ήταν σαφές: από τη στιγμή που προσέφερε στους παίκτες του πολύ καλή φυσική κατάσταση το καλοκαίρι, απαιτούσε μία σεζόν με pressão alta, πίεση ψηλά στον αγωνιστικό χώρο, σε σημεία του γηπέδου που ο αντίπαλος δεν είχε συνηθίσει. Η πίεση άρχιζε από τους επιθετικούς και κατέληγε στους αμυντικούς, ώστε να αναγκάσει τους αντιπάλους να παραχωρήσουν την κατοχή ή να προβούν σε βαθιές, αβέβαιες μπαλιές.

Η διάταξη που προτίμησε ήταν το 4-4-2 με ρόμβο στο κέντρο για τις εγχώριες διοργανώσεις, αν και στο Κύπελλο UEFA χρησιμοποίησε αρκετά το 4-3-3.

Ειδικά την πρώτη σεζόν, η Πόρτο παρουσίασε επιθετικό, ενθουσιώδες ποδόσφαιρο, με κάθετες κινήσεις των επιθετικών προς τα πλάγια για να αποφύγουν τους προσωπικούς «φρουρούς» τους και τους μέσους να καλύπτουν τους κενούς χώρους. Η δημιουργία γινόταν με άμεσες μεταβιβάσεις, ενώ πολύ βαθιές μπαλιές έβγαζαν μόνο οι ακραίοι μπακ και κάποιες φορές τα στόπερ.

 

Άμυνα από… διωγμένους και μεταγραφές

Για να πετύχει τους στόχους του και να υλοποιήσει την υπόσχεση τίτλου, όμως, χρειαζόταν και ένα κατάλληλο ρόστερ που θα αφομοίωνε τις πρακτικές του. Το βρήκε μεθοδικά και με αρκετή δουλειά στο μεταγραφικό κομμάτι.

Ο 33χρονος Βίτορ Μπαΐα, ο οποίος στην καριέρα του κατέκτησε 33 τίτλους και θεωρείται ένας από τους κορυφαίους τερματοφύλακες της χώρας, θα ήταν αυτός από τον οποίο θα άρχιζε η ενδεκάδα, αν δεν ήταν τραυματίας. Πίσω του υπήρχε ο Ιλάριο που αργότερα θα ήταν αναπληρωματικός και στην Τσέλσι, καθώς και ο Νούνο που παρέμεινε με ρόλο παγκίτη μέχρι να αποσυρθεί το 2010.

Οι πιο σημαντικές «ζυμώσεις» έγιναν στην άμυνα. Ο Μουρίνιο αποφάσισε να πάρει πίσω από την Τσάρλτον τον αρχηγό Ζόρζε Κόστα, που είχε πάει από τον Ιανουάριο του 2002, μετά από κόντρα με τον Μασάντο, ώστε να αποκτήσει τη σκληράδα και τα δυνατά τάκλιν του στην άμυνα που αντιπροσώπευαν τον χαρακτήρα της ομάδας. Τον τοποθέτησε δίπλα στον Ρικάρντο Καρβάλιο, ο οποίος προερχόταν κι αυτός από σειρά δανεισμών και το 2002-2003 θα έκανε την πρώτη κανονική χρονιά του στην ομάδα. Ο Καρβάλιο προσέφερε ικανότητα με την μπάλα στα πόδια, καλές τοποθετήσεις και χρονισμό, σε σημείο που στη συνέχεια να κάνει καριέρα στην Τσέλσι του Μουρίνιο και στη Ρεάλ του Μουρίνιο.

Στα άκρα της άμυνας πραγματοποίησε δύο μεταγραφές. Στα δεξιά πήρε τον Πάουλο Φερέιρα, ο οποίος είχε καλή απόδοση στη Σετούμπαλ και ήταν πιο αμυντικογενής, στα αριστερά τον Νούνο Βαλέντε, τον οποίο είχε στη Λεϊρία και ήταν πιο επιθετικογενής και αυτός ουσιαστικά που ανέβαινε μπροστά μεταξύ των δύο μπακ, στο σύστημα του Πορτογάλου προπονητή.

Στον πάγκο για τα στόπερ ήταν ο Πέντρο Εμάνουελ, που αποκτήθηκε από την Μποαβίστα, και ο Ρικάρντο Κόστα, που αργότερα θα έκανε σπουδαία καριέρα στους «δράκους», καθώς και ο βετεράνος πια Σεκρετάριο.

 

Η εμβληματική τριπλέτα της μεσαίας γραμμής

Στη μεσαία γραμμή, δέσποζε η μορφή του «Ministro», του «υπουργού» Κοστίνια. Ο Πορτογάλος είχε την ευθύνη της ισορροπίας στο κέντρο, έχοντας αποκτηθεί από τη Μονακό ως πρωταθλητής το 2001 και όντας πολύ άνετος με την μπάλα στα πόδια αλλά και χωρίς αυτήν κι έχοντας μεγάλη αίσθηση του χώρου.

Ο Ντέκο ήταν ένας πολιτογραφημένος Πορτογάλος που είχε γεννηθεί στη Βραζιλία και είχε όλα τα τεχνικά χαρίσματα των παικτών από τη «χώρα του καφέ», που όμως μέχρι τότε δεν είχε αξιοποιηθεί σωστά και βρισκόταν μεταξύ ενδεκάδας και πάγκου. Ο Μουρίνιο τον έβαζε σε μία θέση μεταξύ «8» και «10» το 2002-2003 («καθαρό δεκάρι» την επόμενη χρονιά) και του άφησε ελευθερίες ώστε να αναπτύξει το ταλέντο του στη δημιουργικότητα και στις κάθετες πάσες προς τους επιθετικούς. Οι ντρίμπλες ήταν ακόμα ένα δυνατό σημείο του και φυσικά τα στημένα, τα οποία πήρε επ’ ώμου.

Η εμβληματική τριπλέτα του κέντρου συμπληρωνόταν από τον Μανίς («Μάνικε» κανονικά, από Δανό ήρωα κινουμένων σχεδίων), ο οποίος ανήκε στη δεύτερη ομάδα της Μπενφίκα και αποκτήθηκε ως ελεύθερος εκείνο το καλοκαίρι, προσφέροντας ενέργεια και απειλές, τόσο από μακρινή απόσταση, τόσο και από κούρσες στην αντίπαλη περιοχή.

Δεξιά, είτε ως μέσος είτε ως εξτρέμ βρισκόταν εδώ και έξι σεζόν ο Καπούσο, ενώ στο ρόστερ υπήρχε κι ο Ντμίτρι Αλενίτσεβ, ο οποίος έπαιζε λίγο πιο μπροστά στον άξονα και ο Μουρίνιο τον χρησιμοποιούσε συνήθως ως αλλαγή.

 

Πήρε μαζί του Ντερλέι, έδιωξε Αλμέιδα

Στη γραμμή κρούσης, μία από τις πρώτες κινήσεις του Μουρίνιο ήταν να αποκτήσει τον Ντερλέι από τη Λεϊρία, και τον Εντγκάρας Γιανκάουσκας, ο οποίος ολοκλήρωσε τη σεζόν 2001-2002 ως δανεικός στην Μπενφίκα από τη Ρεάλ Σοθιεδάδ.

Ο Λιθουανός διεθνής ήταν ίσως η μοναδική αποτυχημένη επιλογή του στη σεζόν, αφού παρότι έπαιζε αρκετά, δεν σκόραρε, με συνέπεια να κληθεί ο 20χρονος Έλντερ Ποστίγκα να βγάλει τα «κάστανα» από τη φωτιά.

Ο Μουρίνιο ήθελε αρκετή κίνηση από τους επιθετικούς του, ώστε να καλυφθεί η στατικότητα που υπήρχε σε άλλα σημεία του αγωνιστικού χώρου, όπως αυτά που κάλυπταν Κοστίνια και Ντέκο και στη δεξιά πτέρυγα όπου δεν ανέβαινε ο Φερέιρα, αλλά κι επειδή ήθελε οι επιθετικοί του να ασκούν πίεση στους αντιπάλους τους.

Γι’ αυτόν τον λόγο, ο 19χρονος Ούγκο Αλμέιδα βρισκόταν μεταξύ εξέδρας και δεύτερης ομάδας (προτού δοθεί δανεικός στη Λεϊρία μέσα στη σεζόν).

 

Πήρε τίτλο με νίκες στα ντέρμπι και ρεκόρ

Η 3η θέση του 2001-2002 ήταν η χειρότερη από το 1981-1982, όταν η ομάδα είχε τερματίσει στην ίδια θέση. Έναν χρόνο αργότερα, η Πόρτο ήταν ασταμάτητη. Παρά τις τρεις διοργανώσεις που διεκδικούσε, ο Μουρίνιο βρήκε τη «χρυσή τομή», έκανε το κατάλληλο rotation και κατάφερε στον «μαραθώνιο» του πρωταθλήματος να κόψει πρώτος το νήμα.

Ολοκλήρωσε τη χρονιά με 16 νίκες και μία ισοπαλία στο πρωτάθλημα για την τελευταία σεζόν του «Άντας» (την επόμενη μετακόμισε στο «Ντραγκάο» που χτίστηκε ενόψει Euro 2004), είχε μόλις δύο ήττες εκτός έδρας και με σύνολο 27 νίκες, 5 ισοπαλίες και 2 ήττες, καθώς και 73-26 τέρματα σε 34 αγώνες, κατέκτησε το πρωτάθλημα.

Οι δύο νίκες επί της Μπενφίκα και της Σπόρτινγκ στη σεζόν, η συγκομιδή των 86 βαθμών από τους διαθέσιμους 102 που αποτελούσε πορτογαλικό ρεκόρ, η διαφορά 11 πόντων από τη 2η Μπενφίκα και 17 από τη Σπόρτινγκ και η (άνετη) κατάκτηση του Κυπέλλου Πορτογαλίας, με νίκη επί της Λεϊρία στον τελικό, θα ήταν αρκετά για να χαρακτηρίσουν ως άκρως επιτυχημένη την πρώτη πλήρη σεζόν του Μουρίνιο στον πάγκο. Όμως υπήρχε και κάτι άλλο, ακόμα πιο σημαντικό: η πρώτη κατάκτηση Κυπέλλου UEFA από πορτογαλική ομάδα…

 

«Αέρας» στους πρώτους γύρους

Στο Κύπελλο UEFA, που ακόμα διεξαγόταν αποκλειστικά με νοκ άουτ μορφή, η Πόρτο τοποθετήθηκε στον 1ο γύρο. Αρχική αντίπαλος, η Πολόνια Βαρσοβίας, η οποία έχοντας χάσει τον Εμάνουελ Ολισαντέμπε από τον Παναθηναϊκό έναν χρόνο νωρίτερα, δεν είχε καμία δυναμική. Το 6-0 στο Πόρτο προήλθε από δύο γκολ των Γιανκάουσκας και Ποστίγκα και ένα των Ντερλέι και Μανίς, ενώ στο Πλοκ που χρησιμοποίησε ως έδρα η πολωνική ομάδα, ο Μουρίνιο προτίμησε το rotation που οδήγησε σε «αναίμακτη» ήττα με 0-2.

Στον 2ο γύρο, η κατάσταση σοβάρεψε για την Πόρτο, ωστόσο το γκολ του Ντερλέι στο 70′ του αγώνα με την Αούστρια στη Βιέννη, έδωσε σημαντικό προβάδισμα πρόκρισης στους «δράκους». Το 1-0 του 1ου αγώνα έγινε 2-0 στη ρεβάνς από τα γκολ των Ποστίγκα και Ντερλέι, για ακόμα μία άνετη πρόκριση.

Στον 3ο γύρο, η Λανς δεν κατάφερε να προβάλει αντίσταση στο «Άντας», αφού Ποστίγκα, Ντερλέι και Γιανκάουσκας οδήγησαν σε νίκη 3-0 την Πόρτο. Στη ρεβάνς του «Φελίξ Μπολάρ», οι Γάλλοι έμειναν στο τέρμα του Ριγκομπέρτ Σονγκ από το 28ο λεπτό και δεν κατάφεραν κάτι περισσότερο.

Η Πόρτο είχε φτάσει στη φάση των 16 άκοπα κι έτσι θα συνέχιζε, αφού απέναντί της βρήκε την τουρκική Ντενίζλισπορ. Το 6-1 της Πορτογαλίας (Καπούσο, Ντερλέι, Ρικάρντο Κόστα, Γιανκάουσκας, Ντέκο, Αλενίτσεβ τα γκολ) δεν άφηναν περιθώριο αμφισβήτησης για το ποια ομάδα θα κατακτούσε την πρόκριση, ενώ στο Ντενιζλί η Πόρτο απέσπασε ισοπαλία 2-2 με γκολ των Ντερλέι και Κλάιτον.

Ο Ολισαντέμπε «σκότωσε» τον Μουρίνιο

Η κληρωτίδα της 13ης Δεκεμβρίου είχε καταστήσει γνωστό ότι εάν ο Παναθηναϊκός του Σέρχιο Μαρκαριάν απέκλειε την Άντερλεχτ, όπως και έκανε με συνολικό σκορ 3-2, τότε θα διασταυρωνόταν με το ζευγάρι της Πόρτο. Η κατάσταση και η εικόνα των «πρασίνων» εκείνη την περίοδο ήταν τέτοια, που τους καθιστούσαν την πιο δύσκολη ομάδα που είχε αντιμετωπίσει ο Μουρίνιο μέχρι τότε στην καριέρα του.

Γι’ αυτόν τον λόγο, επέλεξε το plan b που είχε πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού του για τα πιο απαιτητικά παιχνίδια, μία πιο προσεκτική προσέγγιση του αγώνα, με ξαφνικές επιθέσεις, κυρίως από σέντρες και βαθιές μπαλιές για επιθετικούς που τρέχουν στην πλάτη της άμυνας του αντιπάλου.

Παρά τις προσπάθειες των Ντέκο και Μανίς να βρουν τέτοιες μπαλιές που θα «τρυπήσουν» την άμυνα των Ρενέ Χένρικσεν και Σωτήρη Κυργιάκου, κάτι τέτοιο κατέστη αδύνατο. Αντιθέτως, ο Ολισαντέμπε με μία «καρφωτή» κεφαλιά σε σέντρα του Γιόνας Κόλκα από αριστερά, έπιασε στον «ύπνο» την άμυνα της Πόρτο κι έκανε το 1-0 στο 73′ για τον Παναθηναϊκό.

«Είχαμε τον απόλυτο έλεγχο, αλλά δεν είχαμε τύχη και ακρίβεια στην τελική προσπάθεια», δήλωνε ο Μουρίνιο για τον αγώνα και στάθηκε και στο standing ovation των φιλάθλων: «Ήταν σπουδαίο που είδαμε αυτήν την κίνηση μετά από ήττα. Είναι κοινότοπο στη Μεγάλη Βρετανία, αλλά όχι στις λάτιν χώρες».

ΠΟΡΤΟ: Μπαΐα, Π. Φερέιρα, Εμάνουελ, Ζ. Κόστα, Σίλβα, Καπούσο (46′ Πεϊσότο), Κοστίνια (56′ Αλενίτσεβ), Ντέκο, Μανίς, Ποστίγκα, Ντερλέι (56′ Γιανκάουσκας)

ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ: Νικοπολίδης, Σεϊταρίδης, Χένρικσεν, Κυργιάκος, Φύσσας, Μικαέλσεν, Μπασινάς, Καραγκούνης (87′ Γκούμας), Κόλκα, Λυμπερόπουλος (90’ Λίνκαρ), Ολισαντέμπε (87′ Κωνσταντίνου)

 

«Όποιος περνούσε, θα έπαιρνε το τρόπαιο»

Ο συνήθως αλαζονικός Μουρίνιο δεν σταμάτησε να λέει ότι θα προκριθεί η ομάδα του στο 2ο παιχνίδι, έστω κι αν κατέβαινε πλέον ως το απόλυτο αουτσάιντερ για την πρόκριση.

Οι «δράκοι» παρατάχθηκαν στην Αθήνα για να τα παίξουν όλα για όλα και να εκμεταλλευτούν και την απουσία του τραυματία Άγγελου Μπασινά. Οι γηπεδούχοι άρχισαν καλύτερα, με τον Γιώργο Καραγκούνη σε μεγάλα «κέφια», διαμαρτυρήθηκαν για δύο πέναλτι σε Ολισαντέμπε και Νίκο Λυμπερόπουλο, ωστόσο στο 16′, σε μία επίθεση από αριστερά, ο Ποστίγκα βρήκε τον Ντερλέι κι αυτός με φαλτσαριστό σουτ ισοφάρισε το σκορ του 1ου αγώνα.

Έξι λεπτά αργότερα, ο Ντέκο είχε δοκάρι από την ίδια θέση, με τους φιλοξενούμενους να παίρνουν τον έλεγχο του παιχνιδιού. Δέκα λεπτά πριν από την ανάπαυλα, πάντως, ο Λυμπερόπουλος έχασε μία μεγάλη ευκαιρία που θα μπορούσε να αλλάξει τα πάντα, ενώ το ίδιο συνέβη στο 2ο ημίχρονο. Ευκαιρία είχε κι ο Ντερλέι στο 75′, ενώ στο 4ο λεπτό των καθυστερήσεων, ο Καραγκούνης γέμισε με φάουλ, Κόλκα και Λυμπερόπουλος μπορούσαν να σκοράρουν, αλλά απέτυχαν και το 0-1 διατηρήθηκε.

Ο Παναθηναϊκός είχε τη δυνατότητα να πάρει την πρόκριση στην παράταση. Στο 103′, όμως, ο Ντερλέι με δυναμική προσπάθεια, νίκησε τον Αντώνη Νικοπολίδη κι έκανε το 2-0. Οι «πράσινοι» γνώρισαν την πρώτη ήττα τους στην Ευρώπη στο «Απόστολος Νικολαΐδης», ωστόσο πήραν τα εύσημα του Μουρίνιο, ο οποίος, όπως αποκάλυψε ο Μαρκαριάν, εκμυστηρεύτηκε στον Ουρουγουανό τεχνικό ότι «αυτός που θα κέρδιζε αυτό το ματς θα έπαιρνε και το τρόπαιο».

ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ: Νικοπολίδης, Σεϊταρίδης (106′ Βαζέχα), Χένρικσεν, Κυργιάκος, Φύσσας, Μικαέλσεν, Κωνσταντινίδης (46′ Γκούμας), Καραγκούνης, Κόλκα, Λυμπερόπουλος, Ολισαντέμπε (82′ Κωνσταντίνου)

ΠΟΡΤΟ: Μπαΐα, Π. Φερέιρα, Καρβάλιο, Ζ. Κόστα, Σίλβα (72′ Ρ. Κόστα), Κοστίνια, Αλενίτσεβ (63′ Τιάγκο), Μανίς, Ντέκο, Ποστίγκα (84′ Μ. Φερέιρα), Ντερλέι

 

Η εποποιία με Λάτσιο

Στα ημιτελικά, η Πόρτο παρατάχθηκε για πρώτη φορά ως αουτσάιντερ εξ αρχής, αφού απέναντί της είχε την προ διετίας πρωταθλήτρια Ιταλίας Λάτσιο. Με τον Ρομπέρτο Μαντσίνι να έχει αναλάβει προπονητής και τους Άντζελο Περούτσι, Ντέγιαν Στάνκοβιτς, Σίνισα Μιχάιλοβιτς, Τζιανλούκα Φαβάλι, Φερνάντο Κόουτο (ο οποίος έχει γεννηθεί στο Πόρτο κι είναι φανατικός φίλος της ομάδας, εκτός από βετεράνος της), Ντιέγο Σιμεόνε, Ενρίκο Κιέζα, Κλάουντιο Λόπες, Στέφανο Φιόρε, Τζιουζέπε Πάνκαρο, Σιμόνε Ιντζάγκι και Μάσιμο Όντο μεταξύ άλλων στο ρόστερ, η Πόρτο δεν θα μπορούσε να τρέφει πολλές ελπίδες.

Ειδικά από τη στιγμή που μόλις στο 6ο λεπτό του αγώνα στο «Άντας», ο Λόπες άνοιγε το σκορ, «παγώνοντας» τους Πορτογάλους. Εκείνη η 10ή Απριλίου 2003, όμως, σε έναν αγώνα που διηύθυνε ο Κύρος Βασσάρας, είχε τη «σφραγίδα» του Μουρίνιο. Ίσως στον πιο θεαματικό αγώνα του στον πάγκο της Πόρτο, οι παίκτες του αντέδρασαν σωστά και κυρίως άμεσα κι έφτασαν σε μεγαλειώδη νίκη.

Μόλις στο 10′ ο Μανίς ισοφάρισε και στο 28′ ο Ντερλέι συνέχισε να σκοράρει κατά ριπάς στη διοργάνωση. Η ανατροπή είχε γίνει, ωστόσο οι Πορτογάλοι χρειάζονταν κι άλλα τέρματα για να αισθανθούν ασφαλείς στην Ιταλία. Στο 50′ ο Βραζιλιάνος έκανε το 3-1 και στο 56′ ο Ποστίγκα διαμόρφωσε το τελικό 4-1, που άλλαζε τις ισορροπίες στο ζευγάρι.

Δύο εβδομάδες αργότερα, στη ρεβάνς της Ρώμης, με την Πόρτο στο +13 από την Μπενφίκα στο πρωτάθλημα και ήδη στον τελικό του κυπέλλου, ο Μουρίνιο γνώριζε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει. Είχε φροντίσει με συνεχές rotation να έχει ξεκούραστους τους παίκτες του από τις διοργανώσεις εντός των συνόρων που είχαν πάρει τον δρόμο τους πλέον, και ασχολείτο μόνο με το παιχνίδι του «Ολίμπικο».

«Ήλπιζα η Πόρτο να φτάσει σε αυτό το σημείο σε καλή κατάσταση, αλλά δεν περίμενα τέτοια διαφορά στο πρωτάθλημα. Επίσης, αναρωτιόμουν εάν οι παίκτες θα κατανοούσαν τις ιδέες μου και δη το rotation, που χρειαζόταν επειδή είμαστε σε τρεις διοργανώσεις. Ξεκουράζουμε παίκτες χωρίς να χάνουμε σε σταθερότητα. Εάν είχαμε 4 πόντους διαφορά από την Μπενφίκα, ίσως να μην ήμασταν στα ημιτελικά του Κυπέλλου UEFA», έλεγε στην ιστοσελίδα της UEFA πριν από τη ρεβάνς.

«Οι Ιταλοί είναι μία ομάδα με πολύ συγκεκριμένο τρόπο παιχνιδιού. Παίζουν ως μονάδα, αλλά έχουν ένα σύνολο παγκόσμιας κλάσης παικτών, που πάντα μπορούν να σου προκαλέσουν προβλήματα», πρόσθεσε και τόνισε ότι περίμενε δύσκολο παιχνίδι και ίσως πέναλτι στη Ρώμη.

Γι’ άλλη μια φορά, λοιπόν, έπαιξε με το μυαλό των αντιπάλων του και νίκησε. Με άκρως αμυντική τακτική, εξουδετέρωσε τα ατού των «λατσιάλι» και το 0-0 έστειλε πανηγυρικά την Πόρτο στον τελικό της διοργάνωσης, όπου αποφεύχθηκε ο «εμφύλιος» τελευταία στιγμή, μιας κι η Σέλτικ απέκλεισε την Μποαβίστα με 2-1 συνολικό σκορ.

Το πάρτι του Ντερλέι κι η ατάκα Μουρίνιο

Ο τελικός στην Ανδαλουσία θα διεξαγόταν στις 21 Μαΐου 2003, όμως ούτε στο «Ρενάτο Σάντσεθ Πιθχουάν» της Σεβίλλης ούτε στο «Μανουέλ Λουίς Λοπέρα» της Μπέτις. Ο Λούμπος Μίχελ θα σφύριζε τον αγώνα στο Ολυμπιακό Στάδιο της πόλης, χωρητικότητας 52.000 θεατών, που είχε ανοίξει το 1999 για να φιλοξενήσει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στίβου.

Παρά τις χιλιομετρικές αποστάσεις, οι φίλαθλοι της Σέλτικ υπερίσχυσαν εκείνων της Πόρτο, αφού ταξίδεψαν κατά 80.000 στη νότια Ισπανία, μιας κι η ομάδα τους αγωνιζόταν σε τελικό ευρωπαϊκής διοργάνωσης για πρώτη φορά μετά από 33 χρόνια.

Εκτός της αναμέτρησης Πόρτο και Σέλτικ, υπήρχε ακόμα μία σπουδαία μονομαχία στο πρόγραμμα, μεταξύ Ντερλέι και Χένρικ Λάρσον, που ήταν οι πρώτοι σκόρερ της διοργάνωσης μέχρι εκείνο το σημείο με 10 και 9 τέρματα αντιστοίχως.

Αυτοί ήταν και οι δύο πρώτοι σκόρερ του τελικού, με τον Βραζιλιάνο να κάνει το 1-0 λίγο πριν από το τέλος του 1ου ημιχρόνου και τον Σουηδό να ισοφαρίζει με κεφαλιά στην έναρξη του 2ου μέρους, με το 200ό τέρμα του για τη Σέλτικ. Στο 54ο λεπτό, ο Ντέκο βρήκε με καταπληκτική μπαλιά τον Αλενίτσεβ, ο οποίος έδωσε ξανά προβάδισμα στην Πόρτο, ωστόσο ο Λάρσον, μόλις τρία λεπτά αργότερα, κατάφερε να φέρει ξανά το παιχνίδι στα ίσια.

Το παιχνίδι εξακολούθησε να έχει το πολύ γρήγορο τέμπο του 1ου ημιχρόνου, ωστόσο δεν σημειώθηκε νέο τέρμα. Στην παράταση, ο Μπόμπο Μπαλντέ αποβλήθηκε για τους «Καθολικούς» κι εκεί που όλα έδειχναν ότι θα κριθούν στα πέναλτι, στο 115′ ο Ντερλέι βρήκε τον τρόπο να φτάσει τα 12 γκολ στον θεσμό και να δώσει τη νίκη και το τρόπαιο με 3-2 στην Πόρτο.

Δεν είναι τυχαίο που χρόνια αργότερα, σε μία συνάντησή τους, ο Μουρίνιο αποκάλυψε ότι «είπα στον Ντερλέι ότι είχα πολλούς σημαντικούς παίκτες στην καριέρα μου, όμως ίσως αυτός ήταν ο πιο κομβικός, επειδή κι εκείνος μετέβη από τη Λεϊρία στην Πόρτο. Ήταν φανταστικές στιγμές στην καριέρα μου, που με ώθησαν σε άλλη διάσταση. Ο Ντερλέι με βοήθησε σε αυτό και θα του είμαι πάντοτε ευγνώμων».

ΠΟΡΤΟ: Μπαΐα, Π. Φερέιρα, Ζ. Κόστα (71′ Εμάνουελ), Καρβάλιο, Βαλέντε, Κοστίνια (9′ Ρ. Κόστα), Αλενίτσεβ, Μανίς, Ντέκο, Ντερλέι, Καπούσο (98′ Μ. Φερέιρα)

ΣΕΛΤΙΚ: Ντάγκλας, Αγκάτ, Βαλγκάρεν (64′ Λάουτσεν), Μπαλντέ, Μιάλμπι, Τόμπσον, Λάμπερτ (76′ Μακναμάρα), Λένον, Πετρόφ (105′ Μαλόνεϊ), Σάτον, Λάρσον

 

Το εφαλτήριο των επιτυχιών και του Euro 2004

Οι «δράκοι» ολοκλήρωσαν τη σεζόν με το «Treble de prata», το μικρό τρεμπλ, κατακτώντας το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο μετά από το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1987. Μία σεζόν αργότερα, θα έφταναν και σε εκείνη την κορυφή, ισοφαρίζοντας την Μπενφίκα με τις δύο κατακτήσεις του τίτλου της πρωταθλήτριας Ευρώπης, σε μία ακόμα αλησμόνητη σεζόν για τον Μουρίνιο, η οποία λειτούργησε ως «σκαλοπάτι» για τη μετέπειτα πορεία του στην ευρωπαϊκή ελίτ.

Όλα άρχισαν από εκείνη τη βραδιά στη Σεβίλλη, όμως, με τον Μουρίνιο να υποστηρίζει ότι επρόκειτο για «ένα σπουδαίο παράδειγμα για εκείνους που αγαπούν το ποδόσφαιρο». Χωρίς να το γνωρίζει, έβαλε τις βάσεις και για την πρώτη πορεία της χώρας του μέχρι τον τελικό διεθνούς διοργάνωσης, αφού η Πορτογαλία που διοργάνωσε το Euro 2004 κι ηττήθηκε στον τελικό από την Εθνική Ελλάδας, είχε ως κορμό παίκτες όπως ο Καρβάλιο, ο Βαλέντε, ο Κοστίνια, ο Μανίς κι ο Ντέκο.

 

Διαβάστε ακόμη:

Στο πρώτο «Ο Clássico» της Ιστορίας η Μπενφίκα νίκησε 8-2 την Πόρτο…

Σπόρτινγκ 1963-1964: Ισοπέδωσε τον ΑΠΟΕΛ με 16-1, έκανε απίθανη ανατροπή με Γιουνάιτεντ και πήρε το Κυπελλούχων

Τα φαντάσματα των Σερ που «στοιχειώνουν» τον Μουρίνιο

Έλντερ Ποστίγκα: Η οικογενειακή τραγωδία και η ανάδειξη από τον Ζοζέ Μουρίνιο

Οι πρώτες μονομαχίες του Ολυμπιακού με πορτογαλική ομάδα έληξαν… 13-3!

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...