O «Mότσαρτ των γηπέδων» που σκόραρε κατά του Ναζισμού ονομαζόταν Ματίας Ζίντελαρ

O «Mότσαρτ των γηπέδων» που σκόραρε κατά του Ναζισμού ονομαζόταν Ματίας Ζίντελαρ

Αστείρευτο ταλέντο, πείσμα, αξιοπρέπεια, θάρρος και ένα τραγικό τέλος για τον κορυφαίο ποδοσφαιριστή που έβγαλε ποτέ η Αυστρία: τον Ματίας Ζίντελαρ. Mε αφορμή τη συμπλήρωση 79 ετών από τον ανεξιχνίαστο θάνατό του, το Sport-Retro.gr θυμάται τη συγκλονιστική ιστορία του παίκτη που αψήφισε τους Ναζί και σημάδεψε την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Αστείρευτο ταλέντο, «μυαλό στα πόδια», σύμφωνα με τον συγγραφέα Άλφρεντ Πόλγκαρ, πείσμα, αξιοπρέπεια, θάρρος και ένα τραγικό τέλος για τον κορυφαίο ποδοσφαιριστή που έβγαλε ποτέ η Αυστρία: τον Ματίας Ζίντελαρ.

Mε αφορμή τη συμπλήρωση 79 ετών από τον ανεξιχνίαστο θάνατο του «Μότσαρτ των γηπέδων», το Sport-Retro.gr θυμάται τη συγκλονιστική ιστορία του παίκτη που αψήφισε τους Ναζί και σημάδεψε την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Τα πρώτα χρόνια στη Βιέννη

Ο Ματίας Ζίντελαρ γεννήθηκε (3 Φεβρουαρίου 1903) στο Κόζλοφ της Μοραβίας, μια περιοχή που τότε ανήκε ακόμα στην Αυστροουγγαρία, αλλά προσαρτήθηκε στην Τσεχοσλοβακία το 1918.

Γόνος φτωχής οικογένειας, με πατέρα οικοδόμο και μητέρα που δεν εργαζόταν, μεγάλωσε στη Βιέννη όπου μετακόμισε η οικογένειά του, με στόχο ένα καλύτερο αύριο.

Μέχρι σήμερα αναπαράγεται συχνά ότι είχε εβραϊκή καταγωγή λόγω της διαμονής του στο Φαβορίτεν, ωστόσο αυτό δεν ισχύει καθώς οι γονείς του ήταν Καθολικοί και απλώς, όπως πολλοί Τσέχοι μετανάστες, είχαν βρει καταφύγιο στη συγκεκριμένη συνοικία.

Σε μία πόλη όπως η Βιέννη που ήταν πασίγνωστη για την αγάπη της στη μουσική και την επιστήμη, ενώ είχε να επιδείξει προσωπικότητες όπως ο Μπετόβεν, ο Μότσαρτ, ο Φρόιντ και ο Άντλερ, μία νέα μορφή… τέχνης ερχόταν να μαγέψει τους κατοίκους της: το ποδόσφαιρο.

Έπειτα από την ίδρυση της αυστριακής ομοσπονδίας το 1904 και την εμφάνιση ερασιτεχνικών ομάδων όπως η Βιένα Κρίκετερ, η «στρογγυλή θεά» άρχισε να αποτελεί βασικό θέμα συζήτησης στα καφέ της πόλης, πέραν των διαλόγων για την πολιτική, τη λογοτεχνία κ.τ.λ.

Με τους διανοούμενους και όχι μόνο να παθιάζονται πια για το ποδόσφαιρο, ο Ζίντελαρ άρχισε να έρχεται σε επαφή μαζί του, μέσω μιας μπάλας παραγεμισμένης με κουρέλια στη φτωχογειτονιά του Φαβορίτεν.

«Χάρτινος»

Το 1918, όταν πια ο Ματίας είχε γίνει 15 ετών, τον εντόπισαν οι άνθρωποι της τοπικής Χέρτα Βιέννης και του πρότειναν να ενταχθεί στην ομάδα νέων του συλλόγου.

Η απώλεια του πατέρα του έναν χρόνο νωρίτερα στο ιταλικό μέτωπο, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε ως αποτέλεσμα η οικογένειά του να βυθιστεί στο πένθος και η οικονομική κατάσταση να χειροτερέψει.

Ο έφηβος βρήκε διέξοδο στο ποδόσφαιρο, έμεινε συνολικά για 6 χρόνια στη Χέρτα Βιέννης, εκ των οποίων τα 3 (1921-1924) στην πρώτη ομάδα, όπου κατέγραψε εκπληκτικές εμφανίσεις και τράβηξε τα βλέμματα ενός κορυφαίου συλλόγου.

Οι «Ερασιτέχνες της Βιέννης» (Wiener Amateur-SV), οι οποίοι το 1926 θα μετονομάζονταν σε Αούστρια Βιέννης, υπέβαλαν στον Ζίντελαρ μια προσφορά που δεν μπορούσε να αρνηθεί, καθώς εκτός των πολλών χρημάτων του δινόταν και η δυνατότητα να αγωνιστεί σε υψηλότερο επίπεδο.

Αν και δεν ήθελε να τον πουλήσει, η Χέρτα Βιέννης ενέδωσε λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης στην οποία είχε βρεθεί μετά τον υποβιβασμό της τη σεζόν 1923-24, αλλά και της επιθυμίας του παίκτη να αποχωρήσει.

Αυτή ήταν και η στιγμή που η καριέρα του εκτοξεύθηκε, αφού η νέα του ομάδα είχε καταφέρει να κατοικεί σταθερά στην πρώτη 4άδα του πρωταθλήματος, ασχέτως αν βρισκόταν στη σκιά της «αιώνιας» αντιπάλου Ραπίντ Βιέννης.

Με τον Ζίντελαρ να κάνει απίθανα πράγματα, παρά τον επίμονο τραυματισμό στο γόνατο που τον ταλαιπωρούσε χρόνια, η Αούστρια ανέβηκε επίπεδο και πρωταγωνίστησε.

Η φοβερή τεχνική κατάρτιση, ο τρόπος που ξεγλιστρούσε από τους αντιπάλους και η εκτελεστική του δεινότητα τον μετατρέπουν σε αγαπημένο των οπαδών και του δίνεται το προσωνύμιο «χάρτινος», τόσο εξαιτίας της ευκολίας που πέρναγε ανάμεσα από τους αμυντικούς όσο λόγω της ισχνής σωματοδομής του.

Σύμφωνα με τις περιγραφές της εποχής αποτελούσε έναν παίκτη που αγωνιζόταν σαν «ψεύτικο 9άρι» πολύ πριν αυτός ο όρος κάνει την εμφάνισή του στο ποδόσφαιρο.

Πολλοί θεωρούσαν ότι το μακροχρόνιο πρόβλημα που είχε στο γόνατο ήταν άλλος ένας παράγοντας, εκτός του αδιαμφισβήτητου ταλέντου, που ο Ζίντελαρ ανέπτυξε ένα τόσο αέρινο στυλ παιχνιδιού, διότι έριξε το βάρος στην τεχνική και την ταχύτητα, φοβούμενος ότι η παρατεταμένη επαφή με αντιπάλους θα οδηγούσε σε κάποιο σοβαρό τραυματισμό.

Οδήγησε την ομάδα του στην κατάκτηση του Κυπέλλου Αυστρίας στην πρώτη του μόλις σεζόν και στη δεύτερη πανηγύρισε το μοναδικό πρωτάθλημα της καριέρας του, το οποίο συνδύασε με νταμπλ.

Ο κορυφαίος της Wunderteam

Φυσιολογικά ήρθε η κλήση στην εθνική ομάδα και το 1926 ο 23χρονος Ματίας Ζίντελαρ πραγματοποίησε το ντεμπούτο του (με γκολ) στη νίκη επί της Τσεχοσλοβακίας με 2-1.

Σημείωσε άλλα 2 γκολ στο θριαμβευτικό 7-1 επί της Ελβετίας και άλλο 1 στη νίκη επί των Σουηδών, καταγράφοντας συνολικά 4 σε 3 συμμετοχές.

Η περίφημη «Wunderteam», η πρώτη ομάδα που προσέγγισε το λεγόμενο «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο», με τον Ούγκο Μάισλ στον πάγκο από το 1919, είχε αρχίσει να χτίζεται και ο Ζίντελαρ δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτήν.

Σωστά; Λάθος! Αν και οι ιδέες του Μάισλ ήταν πρωτοποριακές, αφενός πήγε με το ρεύμα της εποχής του που επίτασσε τη χρήση βαρέος κορμιού στην επίθεση και προτίμησε τον Γιόζεφ Ούριντιλ, αφετέρου η πειθαρχία που απαιτούσε από τους παίκτες του ήταν αδιαπραγμάτευτη.

Η κόντρα που δημιουργήθηκε μεταξύ τους λόγω της ζωής που έκανε ο Ζίντελαρ, στον οποίο άρεσαν τα αυτοκίνητα, οι γυναίκες, ο τζόγος και οι γενικότερες συναναστροφές στα βιεννέζικα καφέ, οδήγησε τον Μάισλ στην απόφαση να τον εξαιρέσει από την εθνική ομάδα τον Οκτώβριο του 1928 και να μην τον καλέσει ξανά μέχρι τον Μάιο του 1931.

Τότε ο προπονητής κατάλαβε ότι ο Ζίντελαρ αποτελεί το γρανάζι που λείπει από τη… μηχανή του, με συνέπεια να τον καλέσει ξανά στην εθνική ομάδα για το Ευρωπαϊκό Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης (σ.σ. πρώιμη μορφή του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος), το οποίο και θα κατακτήσει με εμφατικές νίκες όπως το 8-2 επί της Ουγγαρίας, το 6-0 επί της Γερμανίας και το 5-0 επί της Σκωτίας.

Ο «Ζίντι», όπως τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά, σημείωσε ένα πανέμορφο γκολ στη νίκη με 4-2 επί της Ιταλίας στον τελικό, περνώντας την μπάλα με το κεφάλι (!) πάνω από δύο αμυντικούς, προτού «κρεμάσει» τον επερχόμενο τερματοφύλακα.

Τον Δεκέμβριο του 1932 η «Wunderteam» ταξίδεψε στο Λονδίνο για να αντιμετωπίσει την Αγγλία στο «Στάμφορντ Μπριτζ», σε ένα ματς μεγάλης σημασίας καθώς οι γηπεδούχοι καλλιεργούσαν τον μύθο ότι είναι η καλύτερη ομάδα στον κόσμο.

Περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι μαζεύτηκαν στην Πλατεία Ηρώων της Βιέννης για να ακούσουν τον αγώνα από μεγάφωνα και να φύγουν εν τέλει με σκυμμένο κεφάλι εξαιτίας της ήττας με 4-3.

Ο Τύπος της εποχής, όμως, υποκλίθηκε στη «Wunderteam» και συγκεκριμένα στον Ματίας Ζίντελαρ, με την «Daily Mail» να τον χαρακτηρίζει «ιδιοφυία και τους «Times» να γράφουν ότι «είναι ένας από τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο».

Από την πλευρά του, ο Βέλγος διαιτητής Τζον Λάνγκενους, ο οποίος είχε διευθύνει και τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1930, είπε πως το γκολ του «Ζίντι» ήταν ένα έργο τέχνης που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να σημειώσει απέναντι σε μία ομάδα όπως η Αγγλία.

Δυστυχώς δεν υπάρχει εικόνα από αυτό που όσοι το είδαν το αποκάλεσαν ακόμα και «Γκολ του Αιώνα», εντούτοις πολλές αγγλικές ομάδες εντυπωσιάστηκαν και έκαναν μεγάλες προσφορές στην Αούστρια για να τον αποκτήσουν.

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ εκδήλωσε το πιο έντονο ενδιαφέρον, αλλά ο Ζίντελαρ αρνήθηκε να εγκαταλείψει την ομάδα, τη χώρα, καθώς και τη μητέρα του, με την οποία έμενε μαζί σε ένα διαμέρισμα στη Βιέννη και τη βοηθούσε στο καθαριστήριο που είχε ανοίξει.

Η χαμένη ευκαιρία

Ο Ζίντελαρ ήταν το πιο λαμπρό αστέρι της εποχής στη χώρα του, όπως μαρτυρούν οι διαφημίσεις που έκανε για γάλα και ρολόγια ή η συμμετοχή σε μία ταινία με τίτλο: «Η Ρόξι και η φανταστική της ομάδα».

Η ποδοσφαιρική  καριέρα του εξελισσόταν επίσης λαμπρά, αφού κατέκτησε άλλο ένα Κύπελλο Αυστρίας το 1933, καθώς και το Κύπελλο Μιτρόπα (σ.σ. διοργάνωση που αφορούσε στις ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης) την ίδια χρονιά, όπου η Αούστρια νίκησε σε διπλούς τελικούς την ιταλική Ίντερ-Αμπροζιάνα, μετέπειτα Ίντερ.

Η πρώτη του συμμετοχή σε Παγκόσμιο Κύπελλο καταγράφηκε το 1934 στην Ιταλία, όταν σε ηλικία 31 ετών αποτελούσε μέλος μιας εθνικής που χαρακτηριζόταν φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου.

Τα οικονομικά προβλήματα στη χώρα δεν επέτρεπαν στην ομάδα να έχει μαζί της γυμναστή και μασέρ, αλλά ακόμα κι έτσι η Αυστρία έκανε μια άνετη πορεία μέχρι τα ημιτελικά, όπου πλέον έπρεπε να αντιμετωπίσει τη διοργανώτρια χώρα.

Δύο χρόνια νωρίτερα την είχε νικήσει με 4-2 στον τελικό του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης, ωστόσο σε έναν βαρύ αγωνιστικό χώρο λόγω της ακατάπαυστης βροχόπτωσης, η «Wunderteam» δεν μπόρεσε να επιβάλει το παιχνίδι της και να αποδώσει το ποδόσφαιρο με τις γρήγορες εναλλαγές και τις αλλαγές θέσεων.

Συν τοις άλλοις κλήθηκε να αντιμετωπίσει και την εχθρική «σφυρίχτρα» του Σουηδού διαιτητή Ιβάν Έκλιντ, ο οποίος είχε δειπνήσει με τον δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι μόλις μία ημέρα πριν από το ματς…

Ο Ζίντελαρ διασταύρωνε συχνά τα ξίφη του με τον αμυντικό και αρχηγό των «ατζούρι» Λουίς Μόντι, ο οποίος είχε συμμετάσχει στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1930 με τα χρώματα της Αργεντινής.

Ο γεννηθείς στο Μπουένος Άιρες και μετέπειτα άσος της Γιουβέντους διακρινόταν για το δυνατό παιχνίδι που έφτανε στα όρια του αντιαθλητικού., ενώ δεν ξεχνούσε ότι ήταν ο ένας από τους δύο αμυντικούς που είχε εκθέσει ο Ζίντελαρ, με το γκολ που πέτυχε σε εκείνον τον τελικό του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης το 1932.

Μάλιστα, ο Μόντι είχε πει στον προπονητή του Βιτόριο Πότσο πριν από το ματς «όταν βλέπω τον Ζίντελαρ, είμαι σαν ταύρος που βλέπει κόκκινο πανί» και, πράγματι, με το ξεκίνημα του αγώνα επιχείρησε ένα πολύ σκληρό τάκλιν.

Όχι μόνο κατάφερε να τον τραυματίσει, αλλά τον κλώτσησε την ώρα που ήταν πεσμένος στο έδαφος, χωρίς να ευαισθητοποιηθεί ο διαιτητής για το απαράδεκτο περιστατικό.

Με τον Ζίντελαρ επί της ουσίας εκτός αγώνα κι ένα γκολ-οφσάιντ που μέτρησε, οι Ιταλοί προκρίθηκαν στον τελικό και κατέκτησαν τον τίτλο απέναντι στην Τσεχοσλοβακία, σε ένα ματς που διαιτητής ορίστηκε ξανά ο Ίβαν Έκλιντ.

Στον μικρό τελικό η Αυστρία ηττήθηκε 3-2 από τη Γερμανία και εντέλει τερμάτισε 4η, αλλά η αίσθηση της χαμένης ευκαιρίας είχε μείνει σε όλους και ειδικά στον Ζίντελαρ.

Το 1935 η Αούστρια κατέκτησε το Κύπελλο Αυστρίας και μία χρονιά αργότερα το επανέλαβε σε συνδυασμό με ένα ακόμη Κύπελλο Μιτρόπα, καθώς υπερίσχυσε της Σπάρτα Πράγας στου διπλούς τελικούς της διοργάνωσης.

Αυτό που δεν ήξερε ο Ζίντελαρ ήταν ότι δεν θα είχε την ευκαιρία να διεκδικήσει ξανά το Παγκόσμιο Κύπελλο που τόσο ήθελε, ενώ δεν έμελλε να καταγράψει κάποια άλλη διασυλλογική διάκριση.

Ενάντια στον Ναζισμό

Η Αυστρία χωρίς τον Μάισλ στον πάγκο της, καθώς απεβίωσε το 1937, δεν ήταν πια η ομάδα του παρελθόντος αλλά με την ποιότητα που της προσέφεραν οι αστέρες της προκρίθηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1938.

Εντούτοις, δεν ήταν γραφτό να συμμετάσχει σε αυτό, καθώς στις 11 Μαρτίου 1938 τα γερμανικά τανκ έφτασαν στη Βιέννη και η χώρα τελούσε πλέον υπό ναζιστική κατοχή, όπως ανακοίνωσε επισήμως ο Αδόλφος Χίτλερ δύο ημέρες αργότερα.

Τότε ο Ματίας Ζίντελαρ άρχισε να μετατρέπεται σε μύθο που ξεπέρασε τα ποδοσφαιρικά όρια, αρχής γενομένης από την έκδηλη απόρριψη του Ναζισμού, καθότι δηλωμένος Σοσιαλιστής.

Οι Εβραίοι παίκτες της Αούστρια, η οποία είχε τις ρίζες της στη μεσαία τάξη της συγκεκριμένης εθνικοθρησκευτικής ομάδας, εκδιώχθηκαν από τον σύλλογο και ο πρόεδρος καθαιρέθηκε, ενώ απαγορεύθηκε σε όσους παρέμειναν να έχουν επαφές μαζί τους.

Παράλληλα, προωθήθηκε και μία αλλαγή στον τρόπο παιχνιδιού σε πιο «γερμανικά και άρια πρότυπα» με περισσότερη δύναμη και λιγότερη τεχνική.

Ο Ζίντελαρ αγνοούσε τις απαγορεύσεις και συνέχισε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με όσους Εβραίους πρώην συμπαίκτες του δεν εγκατέλειψαν τη χώρα, αλλά και με τον πρώην πρόεδρο Μίχελ Σβαρτς.

Ωστόσο, ο κυριότερος τρόπος που εξέφραζε την αντίθεσή του και εξόργιζε το νέο καθεστώς ήταν το γεγονός ότι έπαιζε ποδόσφαιρο, όπως μόνο αυτός μπορούσε…

Το τελευταίο βαλς

Οι Ναζί ποτέ δεν έκρυψαν ότι θεωρούσαν τον αθλητισμό ισχυρό μέσο προπαγάνδας, συνεπώς δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία για διάκριση στο επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο της Γαλλίας, μέσω της ενσωμάτωσης παικτών από την τρανή «Wunderteam».

Παρά το γεγονός ότι η σπουδαία ομάδα των 30s’ είχε προκριθεί στην τελική φάση, η διαδικασία ένωσης των δύο κρατών σήμαινε ότι πλέον αποτελούσε κομμάτι της «Μεγάλης Γερμανίας» και μόνο μέσω των «πάντσερ» θα συμμετείχαν Αυστριακοί άσοι στη διοργάνωση.

Προκειμένου να δοθεί εορταστικός χαρακτήρας στην ένωση, διοργανώθηκε ένα φιλικό μεταξύ Αυστρίας και Γερμανίας, το οποίο θα ήταν και το τελευταίο ματς στο οποίο θα διασταύρωναν τα ξίφη τους, σύμφωνα με το καθεστώς.

Την 3η Απριλίου 1938, στο «Πράτερ» της Βιέννης, περίπου 60.000 άνθρωποι παρακολούθησαν το τελευταίο ματς της «Wunderteam» και του αρχηγού της Ματίας Ζίντελαρ.

Η απαίτηση της πλειοψηφίας των Αυστριακών παικτών για να παίξουν με τις παραδοσιακές ερυθρόλευκες εμφανίσεις και όχι με ασπρόμαυρες έγινε δεκτή από τους Γερμανούς, οι οποίοι ωστόσο, μαθημένοι από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936 και τα κατορθώματα του Τζέσι Όουενς, συμβούλευσαν τους αντιπάλους τους να μην νικήσουν, καθώς το ματς έπρεπε να λήξει ισόπαλο.

Επί 61′ λεπτά ο αγώνας παρέμενε 0-0, με τον Ζίντελαρ να έχει εκθέσει αμέτρητες φορές τη γερμανική άμυνα, αλλά στην τελική προσπάθεια να στέλνει τη μπάλα πάνω ή δίπλα από τα δοκάρια.

Πολλοί, μεταξύ αυτών και οι εφημερίδες της επόμενης ημέρας, ισχυρίζονταν ότι αυτό γινόταν επίτηδες για να χλευάσει τους Γερμανούς, όμως στο 62′ πήρε το… ριμπάουντ από ένα σουτ του Γιόζεφ Μπίτσαν, άνοιξε το σκορ και πανηγύρισε έξαλλα.

Λίγα λεπτά αργότερα, όταν ο Καρλ Σέστα διπλασίασε το αυστριακό προβάδισμα με εκτέλεση φάουλ, οι 60.000 θεατές σηκώθηκαν στο πόδι φωνάζοντας «Αυστρία-Αυστρία».

Με τη λήξη του ματς, ο Ζίντελαρ πανηγύρισε μπροστά από την κερκίδα των επισήμων, όπου κάθονταν φυσικά και τα στελέχη του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, χορεύοντας βαλς μαζί με τον φίλο του και σκόρερ του δεύτερου γκολ Καρλ Σέστα.

Αυτή η ενέργεια προκάλεσε την οργή των Γερμανών που έβλεπαν έναν μικρόσωμο αδύνατο άντρα να προκαλεί πλήγμα στην εικόνα του πανίσχυρου ναζιστικού καθεστώτος.

Αυτή ήταν και η τελευταία παράσταση του «Μότσαρτ των γηπέδων», ο οποίος παρά τη γενικότερη στάση του, δέχτηκε πολλές κρούσεις για να συμμετάσχει σε ποδοσφαιρικά καμπ που διοργάνωναν οι Ναζί, αλλά και στη νέα εθνική ομάδα που δημιουργήθηκε.

Αρνήθηκε όλες τις φορές, αρχικά λέγοντας ότι είναι τραυματίας και στη συνέχεια ανακοινώνοντας ότι έχει πλέον αποσυρθεί από τη δράση, με προφανή σκοπό να αποφύγει την ταύτιση με τους Γερμανούς.

Όταν έδωσε το «παρών» ως θεατής στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Γαλλίας το 1938, μεταξύ της Ιταλίας και της Ουγγαρίας, αντιλαμβανόμενοι την παρουσία του, οι θεατές άρχισαν να τραγουδούν τη «Μασσαλιώτιδα».

Παρά το γεγονός ότι τα περιθώρια στένευαν, δεδομένου ότι αρκετοί πρώην συμπαίκτες του διώχθηκαν μετά την άρνησή τους να ενταχθούν στο Ναζιστικό Κόμμα, ο Ζίντελαρ επέστρεψε στη Βιέννη, όπου αγόρασε ένα μπαρ στη γειτονιά που μεγάλωσε.

Ο χώρος ανήκε σε έναν Εβραίο ονόματι Λέοπολντ Ντριλ και ο πρώην άσος πλήρωσε 20.000 μάρκα για να το αγοράσει, σε μία εποχή που τα καταστήματα των Εβραίων κατάσχονταν από τις αρχές και οι ίδιοι εξορίζονταν από τη χώρα.

Όπως είναι φυσικό αυτό δεν άρεσε στο καθεστώς, το οποίο τον είχε βάλει στο μάτι προ πολλού και πλέον τον χαρακτήριζε «φιλικό προς Εβραίους», γεγονός που επιβεβαιωνόταν και από την πελατεία.

Η Γκεστάπο άρχισε να τον παρακολουθεί στενά, ενώ η κίνησή του να μην κολλήσει αφίσες του Ναζιστικού Κόμματος και να μην προσκαλέσει κάποιο στέλεχος στα εγκαίνια έκανε χειρότερη την κατάσταση.

Το τραγικό τέλος και το μυστήριο

Στις 23 Ιανουαρίου 1939 ο στενός φίλος Γκούσταβ Χάρτμαν τον έψαχνε όλο το απόγευμα και δεν τον βρήκε πουθενά, ώσπου πήρε την απόφαση να σπάσει την πόρτα του διαμερίσματος του στη Βιέννη.

Εκεί τον βρήκε νεκρό στην αγκαλιά της Ιταλίδας αρραβωνιαστικιάς του Καμίλα Καστινιόλα, η οποία δεν είχε τις αισθήσεις της κι επίσης απεβίωσε λίγο αργότερα στο νοσοκομείο.

Σύμφωνα με το πόρισμα της Αστυνομίας, η αιτία θανάτου του ζευγαριού ήταν ασφυξία λόγω διαρροής μονοξειδίου του άνθρακα από τη σόμπα στο σπίτι.

Στις 25 Ιανουαρίου οι εφημερίδες της Βιέννης μιλούσαν για δολοφονία του παίκτη, ενώ αργότερα προστέθηκε και το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας.

Οι έρευνες συνεχίστηκαν για 6 μήνες, χωρίς να προκύψει λύση στην υπόθεση και τότε ήταν που οι ναζιστικές αρχές έδωσαν εντολή να κλείσει ο φάκελος της υπόθεσης, φουντώνοντας τις φήμες ότι εμπλέκονταν στον θάνατο του Ζίντελαρ.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι είχε εβραϊκή καταγωγή αλλά αυτό δεν ισχύει, άλλοι ότι πλήρωσε την εβραϊκή καταγωγή της κοπέλας του, η οποία όμως είχε γίνει συνιδιοκτήτρια σε ένα μπαρ στο κέντρο της Βιέννης μία εβδομάδα νωρίτερα, οπότε αυτή η θεωρία δεν στέκει εκτός κι αν είχε κρύψει καλά τις ρίζες της.

 

Μέρος των αρχείων της Αστυνομίας καταστράφηκε ή χάθηκε κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνεπώς κανείς δεν μπορεί να μάθει τι ήταν τελικά αυτό που οδήγησε στον θάνατο του σπουδαίου ποδοσφαιριστή και της αρραβωνιαστικιάς του.

Υπάρχουν αντικρουόμενες μαρτυρίες από γείτονες που παραπονέθηκαν για πρόβλημα σε κάποια καμινάδα της πολυκατοικίας λίγες ημέρες νωρίτερα και από περιγραφή αστυνομικού που έγραφε ότι η σόμπα δεν έδειξε να έχει βλάβη σε έλεγχο που της έγινε.

Το 2003 σε ένα ντοκιμαντέρ του BBC, ο Έγκον Ούλμπριχ, φίλος του Ζίντελαρ, ισχυρίστηκε ότι οι τοπικές αρχές δωροδοκήθηκαν για να καταγραφούν οι θάνατοι σαν ατύχημα, καθώς λόγω των ναζιστικών νόμων απαγορευόταν να ταφεί κάποιος με τιμές αν είχε αυτοκτονήσει ή δολοφονηθεί.

Σε κάθε περίπτωση ο θάνατος του «Μότσαρτ των γηπέδων» συγκλόνισε τη χώρα και χαρακτηριστικό είναι ότι στα γραφεία της Αούστρια έφτασαν πάνω από 40.000 συλλυπητήρια τηλεγραφήματα, στα περισσότερα εκ των οποίων οι αποστολείς αξίωναν να μάθουν νέα για την υπόθεση.

Στην κηδεία παρευρέθηκαν 15.000 συμπατριώτες του για να αποχαιρετίσουν τον πιο ξακουστό ποδοσφαιριστή του αυστριακού ποδοσφαίρου κι έναν εκ των κορυφαίων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Κληρονομιά θάρρους και αξιοπρέπειας

Ο Ματίας Ζίντελαρ, o οποίος «έφυγε» λίγο πριν από τα 36α του γενέθλια, είχε κλείσει την καριέρα του στα 35 του, αφού προηγουμένως κατέγραψε 43 συμμετοχές και 26 γκολ με την εθνική ομάδα της Αυστρίας.

Επίσημα στοιχεία από την καριέρα του στους δύο συλλόγους που αγωνίστηκε δεν υπάρχουν, ωστόσο ανεπισήμως σημείωσε 400 έως 600 γκολ σε περίπου 700 εμφανίσεις.

Το 1998 ψηφίστηκε η σπουδαιότερη αθλητική προσωπικότητα της χώρας και το 1999 ως ο καλύτερος Αυστριακός ποδοσφαιριστής του 20ού αιώνα από τη Διεθνή Υπηρεσία Ιστορίας και Στατιστικής Ποδοσφαίρου, ενώ σύμφωνα με τη συγκεκριμένη Υπηρεσία ανήκει στους 50 καλύτερους άσους του ίδιου αιώνα.

Επίσης, το 2004 κυκλοφόρησε από τα αυστριακά ταχυδρομεία ένα γραμματόσημο με τη φιγούρα του.

Ο Ζεπ Χερμπέργκερ, ο προπονητής δηλαδή που οδήγησε τη Δυτική Γερμανία στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1954 και ήταν αυτός που είχε προσπαθήσει επανειλημμένως να πείσει τον Ζίντελαρ να συμμετάσχει στη νέα εθνική ομάδα, δήλωσε πως στη στάση του παίκτη δεν έβλεπε τίποτα προσωπικό, παρά μόνο την απόλυτη απέχθεια προς το ναζιστικό καθεστώς.

Βιβλία και ποιήματα γράφτηκαν προς τιμήν του, με χαρακτηριστικότερο το «Μπαλάντα για τον θάνατο ενός ποδοσφαιριστή» από τον Φρίντριχ Τόρμπεργκ.

Πέρα απ’ αυτά, όμως, ο Ζίντελαρ έμεινε στην Ιστορία ως σύμβολο αντίστασης και αξιοπρέπειας, όπως μαρτυρά το παρακάτω περιστατικό που καταγράφηκε στις 14 Μαΐου 1938.

Έναν περίπου μήνα μετά το προαναφερθέν ματς Αυστρία-Γερμανία, η εθνική Αγγλίας βρέθηκε στο Βερολίνο για έναν φιλικό αγώνα, που σκοπό είχε να κατευνάσει τα (πολιτικά) πνεύματα.

Οι παίκτες της, ακολουθώντας αναντίρρητα τις εντολές των μελών της ομοσπονδίας, ύψωσαν ομαδικά το χέρι και χαιρέτισαν ναζιστικά το πλήθος, γεγονός που βέβαια ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στην πατρίδα τους.

Είναι δύσκολο να κάνεις το σωστό, αλλά εύκολο να αποδεχθείς το λάθος. Ο Ζίντελαρ, ωστόσο, αν και μόνος του, επέλεξε να μην σιωπήσει και να λειτουργήσει με το ίδιο ελεύθερο πνεύμα που έπαιζε ποδόσφαιρο, κι αυτό τελικά ίσως να του κόστισε τη ζωή.

«Ο Ζίντελαρ έμεινε πιστός στην πόλη της οποίας ήταν παιδί και καμάρι μέχρι τον θάνατό του. Ήταν τόσο συνδεδεμένος με την πατρίδα του που έπρεπε να πεθάνει μαζί της. Το να ζει και να παίζει ποδόσφαιρο σε μία διαλυμένη και βασανισμένη πόλη θα ήταν σαν να εξαπατούσε τους πάντες, καθώς θα ήταν ένα κακέκτυπο του εαυτού του. Πώς μπορεί κάποιος να ζει και να παίζει ποδόσφαιρο έτσι; Ειδικά αν το ποδόσφαιρο είναι η ζωή του».

Το είπε ο Αυστριακός συγγραφέας Άλφρεντ Πόλγκαρ στη νεκρολογία που απήγγειλε στην κηδεία του ποδοσφαιριστή…

 

Γιώργος Χρονόπουλος

Τελειόφοιτος Κέντρου Αθλητικού Ρεπορτάζ

Διαβάστε ακόμη:

Όταν η Αγγλία διοργάνωσε φιλικό με τη ναζιστική Γερμανία στο… σπίτι των Εβραίων

Άλφρεντ Φλάτοφ: Πήρε μετάλλια με τη Γερμανία, πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης

Ο «νονός» του Ιβανώφειου και η αντιναζιστική δράση του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Μπερντ Ροζεμάγερ: Απαρνήθηκε τη ναζιστική στολή, σκοτώθηκε για το Παγκόσμιο ρεκόρ

Πήρε το όνομα της Τραπεζούντας, χρησιμοποιήθηκε από το φασιστικό καθεστώς, αλλά έγινε και σύμβολο χειραφέτησης!

Η Τζένοα έχασε πρωτάθλημα από σφαίρες, γκολ που δεν μπήκε και φασίστες

Μπέλα Γκούτμαν: Ο Εβραίος που γλίτωσε από το Ολοκαύτωμα κι έβαλε τις βάσεις για Ουγγαρία – Βραζιλία

Ο Χίτλερ, η πρόκριση της Αυστρίας παρά την ήττα κι οι μαύροι παίκτες του Περού

Ο Τζέσι Όουενς ταπείνωσε αλλά «προστάτευσε» τον Χίτλερ

Ο κορυφαίος Ευρωπαίος πυγμάχος πολέμησε στη Μάχη της Κρήτης. Η ιστορία του Μαξ Σμέλινγκ

Sport-Retro.gr
ADMINISTRATOR
PROFILE

Τελευταία Άρθρα

Γράψτε ένα σχόλιο

Το e-mail σας ΔΕΝ δημοσιεύεται

Ακύρωση Απάντησης

Διεθνή