Ο άνθρωπος που τάπωσε τέσσερις φορές τον Μάικλ Τζόρνταν πέθανε στα 27

Είκοσι πέντε χρόνια συμπληρώθηκαν από τον χαμό του Ρέτζι Λιούις, του άσου των Μπόστον Σέλτικς που δεν κατάφερε να κατακτήσει πρωτάθλημα, αλλά κατέγραψε ένα επίτευγμα ικανό να τον γράψει στην Ιστορία.

Πρόκειται για τον παίκτη που είχε την τιμή, τη χαρά, το θράσος -πείτε το όπως θέλετε- να ταπεινώσει με τέσσερις τάπες στο ίδιο ματς τον ανυπέρβλητο Μάικλ Τζόρνταν!

Το Sport-Retro.gr παραθέτει πληροφορίες για τον σύντομο βίο του Αμερικανού φόργουορντ, την καριέρα στους «Κέλτες» και τον «σκιερό» θάνατο.

 

Αήττητος και ρέκορντμαν

Ο Ρέτζι Λιούις γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1965 στη Βαλτιμόρη και φοίτησε στο Λύκειο του Ντένμπαρ, όπου συνυπήρξε με παίκτες, όπως ο Μάγκσι Μπογκς, ο Ντέιβιντ Γουίνγκεϊτ και ο Ρέτζι Γουίλιαμς.

Οι Ντένμπαρ Πόετς, όπως ονομαζόταν η ομάδα, ήταν αχτύπητοι επί των ημερών του, αφού ολοκλήρωσαν την πρώτη σεζόν με 29-0 και τη δεύτερη με 31-0!

Έπειτα ο Λιούις εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο του Northeastern στη Βοστώνη, όπου εντός μιας τετραετίας σκόραρε 2.708 πόντους και παραμένει μέχρι σήμερα ο σχετικός ρέκορντμαν.

Σε αυτό το διάστημα κατέκτησε όλες τις φορές το ECAC North και κάθε χρόνο λάμβανε μέρος στο NCAA, σε μία περίοδο που η οικογένειά του ζούσε στο Ντένταμ της Μασαχουσέτης.

Ο Λιούις επιλέχθηκε στο Νο22 του α’ γύρου του ντραφτ του 1987 από τους Μπόστον Σέλτικς, οι οποίοι αναζητούσαν νέο αίμα από τη στιγμή που το «Big 3» των Λάρι Μπερντ, Κέβιν Μακ Χέιλ και Ρόμπερτ Πάρις είχε πατήσει τα –άντα.

Ο αδόκητος χαμός του Λεν Μπάιας από καρδιακή αρρυθμία, απόρροια χρήσης κοκαΐνης, έναν χρόνο νωρίτερα αποτελούσε έναν ακόμη λόγο γι’ αυτήν την επιλογή.

Επιλέχθηκε από τους Μπόστον Σέλτικς, πέθανε δύο ημέρες αργότερα. Τα χαμένα όνειρα του Λεν Μπάιας

 

Δεν έπεφτε κάτω από τους 17

Η ρούκι σεζόν του υπό τις οδηγίες του Κέισι Τζόουνς κύλησε με σποραδικές εμφανίσεις και μέσο όρο 8,3 πόντους, ενώ η επόμενη ήταν πιο μεστή τόσο λόγω της έλευσης του Τζίμι Ρότζερς στον πάγκο όσο και εξαιτίας του τραυματισμού του Λάρι Μπερντ.

Ένα ημίωρο και 18,5 πόντοι σε κάθε ματς δεν ήταν καθόλου αμελητέοι αριθμοί για έναν 23χρονο, πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που αγωνιζόταν στην πρωταθλήτρια ομάδα του NBA για το 1981, το 1984 και το 1986.

Τις τελευταίες δύο σεζόν του έβαζε 20,8 πόντους ανά ματς, ενώ συνολικά στην καριέρα του είχε 17,6, καθώς και μία συμμετοχή σε All-Star Game.

Αυτό συνέβη το 1992 στο Ορλάντο, όπου σε 15 λεπτά παρουσίας στο παρκέ, ο ύψους 2.01μ. και βάρους 88κ. σμολ φόργουορντ σημείωσε 7 πόντους και μάζεψε 4 ριμπάουντ.

Επιπλέον, ο Λιούις είχε 42 συμμετοχές σε πλέι οφ και με εξαίρεση τη ρούκι σεζόν του δεν έπεσε ποτέ κάτω από τους 17 πόντους μέσο όρο.

Η κορυφαία ήταν το 1992, όταν έβαλε 28 πόντους μ.ό. σε 10 αναμετρήσεις, κι αφού είχαν προηγηθεί οι 20,8 στην κανονική διάρκεια της σεζόν (82/82 ματς ως βασικός).

 

Οι τέσσερις τάπες στον Τζόρνταν

Το ημερολόγιο έγραφε 31 Μαρτίου 1991 και οι Μπόστον Σέλτικς υποδέχονταν τους εκκολαπτόμενους δυνάστες του πρωταθλήματος Σικάγο Μπουλς.

Οι «Κέλτες» επικράτησαν 135-132 στη δεύτερη παράταση, σε μία αναμέτρηση που ο Λάρι Μπερντ κατέγραψε 34 πόντους, 15 ριμπάουντ και 9 ασίστ.

Στον αντίποδα, ο Μάικλ Τζόρνταν δεν έπιασε τη μέγιστη απόδοση, εντούτοις κατάφερε να βάλει 37 πόντους, να μαζέψει 7 ριμπάουντ και να μοιράσει 9 ασίστ.

Βέβαια, η είδηση δεν ήταν ότι ο «Air» κατέγραψε τα παραπάνω στατιστικά, αλλά ότι δέχθηκε τέσσερις τάπες από τον ίδιο παίκτη!

Ο Τζέρι Λιούις θα μνημονεύεται για πάντα, κυρίως για τις δύσκολες στιγμές που υποχρέωσε τον, κατά γενική ομολογία, κορυφαίο μπασκετμπολίστα που πάτησε ποτέ στον πλανήτη.

 

Τα «καμπανάκια»

Στο πρώτο ματς των πλέι οφ του 1993, οι Σέλτικς υποδέχονταν τους Σάρλοτ Χόρνετς, ο Λιούις μπήκε φουριόζος και σκόραρε ανελλιπώς, όταν 3:34 λεπτά μετά το τζάμπολ βρέθηκε στο έδαφος.

Δεν έχασε τις αισθήσεις του, αντικαταστάθηκε αμέσως, αλλά λίγο αργότερα επανήλθε και συνολικά σημείωσε 17 πόντους στο παιχνίδι που έμελλε να αποδειχθεί το τελευταίο της ζωής του.

Από εκείνη την κατάρρευσή του στις 29 Απριλίου μέχρι τις 27 Ιουλίου, είχε εξεταστεί από τρεις ομάδες καρδιολόγων, δύο στη Βοστώνη και μία στο Λος Άντζελες.

Στις 10 Μαΐου η εκτίμηση του Δρ. Γκίλμπερτ Ματζ ήταν αισιόδοξη, καθώς έκανε λόγο για «φυσιολογική καρδιά αθλητή» και διέγνωσε νευροκαρδιογενής συγκοπή, μία από τις πιο κοινές αιτίες λιποθυμίας.

Βέβαια, μία άλλη εξέταση έδειξε ότι ήταν ευαίσθητος σε κοιλιακή αρρυθμία, η οποία παρεμπιπτόντως είχε οδηγήσει στον θάνατο τον Χανκ Γκάδερς του Πανεπιστημίου Λογιόλα Μέριμαουντ.

Να σημειωθεί ότι σε ένα ματς στη Βοστώνη στις 24 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς (με Μαϊάμι Χιτ) αισθάνθηκε ζάλη και αποπροσανατολισμό, με συνέπεια να βγει εκτός παρκέ.

 

Το τέλος

Στις 27 Ιουλίου 1993 ο Λιούις μετέβη για  προπόνηση στο Πανεπιστήμιο του Μπράντεϊς στη Μασαχουσέτη με έναν άγνωστο φίλο του περίπου στις 16:00.

Για σχεδόν μία ώρα έκανε εξάσκηση στο σουτ, όπως είχε πράξει άλλες τρεις φορές την περασμένη εβδομάδα, τη στιγμή που ο «συμπαίκτης» του επέστρεφε την μπάλα.

Μερικά νεαρά κορίτσια βγήκαν, του μίλησαν και γέλασαν, συγκρίνοντας τις παλάμες τους με τη γιγάντια δική του, ενώ συνολικά περίπου 20 φοιτητές βρίσκονταν στο γυμναστήριο.

Στις 17:07 ο Λιούις κατέρρευσε κοντά στη γραμμή του τριπόντου από καρδιακό επεισόδιο και έχασε τις αισθήσεις του.

Δύο αστυνομικοί, ο Τζέιμς Κρόουλεϊ και ο Πολ Μπάρστοου, προσπάθησαν να επαναφέρουν με τεχνητή αναπνοή τον 27χρονο, όμως δεν τα κατάφεραν.

Στις 17:24 κατέφθασαν γιατροί και επί 15 λεπτά πάλευαν με τη σειρά τους, προτού τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο Γουόλταμ-Γουέστον και στις 19:30 διαπιστώθηκε ο θάνατός του.

Ο Τζίμι Μάιερς, παρουσιαστής των pregame και των σόου στα ημίχρονα των αγώνων των Σέλτικς, τηλεφώνησε στην Ντόνα όταν έμαθε τα δυσάρεστα νέα.

Άρχισε να αφήνει μήνυμα στον τηλεφωνητή, όταν η Ντόνα σήκωσε ξαφνικά το ακουστικό και ενθουσιασμένη τον διέκοψε: «Περίμενε, Τζίμι, έχω κάτι να σου πω».

Ήθελε να του μηνύσει ότι ήταν 2,5 μηνών έγκυος. Δεν τη διέκοψε, αλλά αμέσως μετά της είπε: «Πρέπει να πας στο νοσοκομείο Γουόλταμ-Γουέστον».

 

«Του χρόνου θα πάρω μαζί μου τον Ρέτζι τζούνιορ…»

Περίπου 7.000 άνθρωποι παρακολούθησαν τη νεκρώσιμη ακολουθία στη Μάθιους Αρίνα του Πανεπιστημίου του και, μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος του Northeastern, τον χαρακτήρισε ως τον καλύτερο αθλητή που αναδείχθηκε από εκεί.

Σε μία πόλη που υπέφερε από ρατσιστικές επιθέσεις, περισσότεροι από 15.000 λευκοί και μαύροι πέρασαν για το τελευταίο «αντίο» από το ανοικτό φέρετρο του Λιούις.

«Δεν είναι καταπληκτικό το γεγονός ότι στη συντηρητική Νιου Ίνγκλαντ έπρεπε να μας αφήσει αυτός ο ευγενικός νέος από τη Βαλτιμόρη για να πούμε ότι αγαπάμε και νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον;», παρατήρησε o Ντέιβ Γκάβιτ, τότε CEO των Σέλτικς.

Ο Τζον Τζένινγκς, μέλος του τεχνικού τιμ, έμπλεος δακρύων, αποκάλυψε έναν συγκλονιστικό διάλογο: «Πέρυσι τον Δεκέμβριο είχα πάει τον Λιούις και τη σύζυγό του Ντόνα στη χριστουγεννιάτικη χορωδία της Βοστώνης. Ο Ρέτζι μου είχε ψιθυρίσει: ‘Του χρόνου θα φέρω τον Ρέτζι τζούνιορ’. Ε, του χρόνου θα πάω με τον Ρέτζι τζούνιορ».

Η Ντόνα δεν επέρριψε ευθύνες σε γιατρούς για λανθασμένη διάγνωση ή οτιδήποτε άλλο, αφού απλώς θεώρησε ότι είχε έρθει η ώρα του αγαπημένου της.

Υπήρχαν σκέψεις ότι από την επόμενη σεζόν θα υπήρχε απινιδωτής και καρδιολόγος σε κάθε προπόνηση και ματς, αφού προηγουμένως γίνονταν όλες οι απαιτούμενες εξετάσεις και μία συμμετοχή σε φιλικό ματς.

Ένας εκ των δύο μάνατζερ του εκλιπόντος, ο Τζέρομ Στάνλεϊ, παρατήρησε: «Ήταν ευλογία που πέθανε σε γήπεδο μπάσκετ. Όχι απλά πέθανε κάνοντας αυτό που αγαπούσε, αλλά επειδή θα μπορούσε να είχε συμβεί τη στιγμή που έπαιζε με τον γιο του. Φαντάζεστε πόσο τραγικό θα ήταν αυτό για τον Ρέτζι τζούνιορ».

 

Το δικαστήριο

Στις 9 Μαΐου 2000, δηλαδή περίπου επτά χρόνια μετά τον χαμό του Λιούις, ο Δρ. Γκίλμπερτ Ματζ κρίθηκε αθώος.

Αρχικά, η οικογένεια του παίκτη δεν επέρριψε ευθύνες στον γιατρό, όμως όταν εκείνος είπε ότι η χρήση κοκαΐνης έκανε δύσκολη τη διάγνωση της κατάστασης της υγείας του, οι δύο πλευρές οδηγήθηκαν στο δικαστήριο.

H «Boston Herald» ανέφερε ότι ο χαμός του άσου των Σέλτικς προήλθε από κοιλιακή ταχυκαρδία, «προϊόν» ενός ιού.

Ο Ματζ είχε πει δημόσια ότι ο παίκτης θα μπορούσε να επιστρέψει στο ΝΒΑ, αλλά δεν απέκλεισε την ύπαρξη καρδιακού προβλήματος.

Ο Τζίμι Γκόλεν, συντάκτης του «Associated Press», έγραψε ότι ο γιατρός είχε συμβουλεύσει τον Λιούις να ακολουθεί τη φαρμακευτική αγωγή του και να μην εκθέτει τον εαυτό του σε κινδύνους, γεγονός που δεν τηρήθηκε όπως αποδείχθηκε.

Επιφανείς καρδιολόγοι της Βοστώνης, όπως ο Ντιμπ Σάλεμ, ο Τόμας Γκράμποϊς και ο Στέφεν Όεστερλ, έσπευσαν να υπερασπιστούν τον συνάδελφό τους.

Ο Όεστερλ, μάλιστα, υπερθεμάτισε: «Ο Δρ. Ματζ αποτελεί έναν από τους πιο σεβαστούς και προσεκτικούς καρδιολόγους της χώρας. Σε αναδρομική ανάλυση, η διάγνωσή του μπορεί να μην ήταν σωστή, αλλά δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι ήταν απρόσεκτη ή αμελής».

 

Το δημοσίευμα περί κοκαΐνης

Η «Wall Street Journal» δημοσίευσε ότι μερικοί ειδικοί υποστήριξαν ότι ο Λιούις είχε υποστεί ζημιά από τη χρήση κοκαΐνης, αλλά ότι η οικογένεια και το ΝΒΑ δεν θέλησαν να υπάρξει συνέχεια στην υπόθεση για ευνόητους λόγους.

Οι Σέλτικς εξέφρασαν τη λύπη τους για τη «δόλια επίθεση στον Ρέτζι Λιούις και την οικογένειά του», ενώ απείλησαν να καταθέσουν αγωγή ύψους 100.000.000 δολαρίων εναντίον του ρεπόρτερ, της εφημερίδας και της εταιρείας Dow Jones & Co.Inc.

Ο Δρ. Γκίλμπερτ Ματζ, πάντως, αποκάλυψε: «Δεκαέξι ημέρες πριν καταρρεύσει από το καρδιακό επεισόδιο, είχε παραδεχθεί ότι είχε κάνει χρήση κοκαΐνης, αλλά ότι είχε σταματήσει».

Δεν γνωρίζει κανείς με βεβαιότητα τι συνέβη, το μόνο σίγουρο ήταν ότι ο Ρέτζι είχε μονίμως ένα χαμόγελο στα χείλη, αγαπούσε τα παιδιά και ασκούσε μεγάλο αντίκτυπο στον οργανισμό των Μπόστον Σέλτικς.

Στις 22 Μαρτίου 1995 οι Μπόστον Σέλτικς απέσυραν τη φανέλα με το Νο35 και οι συμπαίκτες του Ντι Μπράουν, Σέρμαν Ντάγκλας, Ξαβιέρ Μακ Ντάνιελ (σ.σ. μετά από λίγους μήνες πήγε στον Ηρακλή) έβγαλαν λόγο.

Ο επίλογος ανήκει στον Τζον Τζένινγκς: «Αν ο κόσμος ήξερε τον Ρέτζι Λιούις όπως τον γνωρίζαμε εμείς, θα αντιλαμβανόταν γιατί τα γεγονότα εκείνης της εβδομάδας μας άλλαξαν τη ζωή για πάντα. Θυμάμαι τη Μέρι Μακ Γκρόρι, όταν δούλευε στην «The Washington Star» να μιλά για τον θάνατο του προέδρου Κένεντι.

Είχε πει σε κάποιον: ‘Θα γελάσεις και θα αστειευτείς ξανά, αλλά δεν θα είσαι ποτέ ξανά νέος’. Αυτό ακριβώς πιστεύω ότι προκάλεσε σε όλους εμάς ο θάνατος του Ρέτζι…».

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...