Η πορεία της Ρόμα για το πρωτάθλημα του 2001 άρχισε με επεισόδια

«Γύρνα στη Μίλαν, σκλάβε του Μπερλουσκόνι». Ο Φάμπιο Καπέλο έγινε κι αυτός στόχος των περίπου 1.000 οπαδών της Ρόμα που συγκεντρώθηκαν στο προπονητικό κέντρο της Τριγκόρια για να αποδοκιμάσουν την ομάδα, μετά από τον αποκλεισμό από την Αταλάντα στο Coppa Italia, μόλις στον 1ο γύρο.

Ήταν Σεπτέμβριος του 2000 και η σεζόν των «τζιαλορόσι» άρχιζε με τον χειρότερο τρόπο, αν και το καλοκαίρι πρόβαλαν ως το φαβορί για την κατάκτηση του σκουντέτο. Οι φίλαθλοι δεν πίστεψαν την ομάδα και διαψεύστηκαν μερικούς μήνες αργότερα.

Με αφορμή τα γενέθλια της Ρόμα, που ιδρύθηκε στις 7 Ιουνίου του 1927, μετά από τη συγχώνευση 3 ρωμαϊκών συλλόγων, της Ρόμαν, της Άλμπα Αουντάτσε και της Φορτιτούντο Προ Ρόμα, το Sport-Retro.gr θυμίζει την τελευταία ένδοξη στιγμή στην ιστορία του συλλόγου, την κατάκτηση της Serie A το 2000-2001.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για την Ιταλία

 

Ο Ζέμαν έδωσε τον τόνο

Η δεκαετία του ’90 ήταν μεταβατική για τον σύλλογο. Από το πρωτάθλημα του 1982-1983 και τα 5 κύπελλα από το 1980 μέχρι το 1991, καθώς και από τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών 1983-1984, όπου ηττήθηκε στα πέναλτι από τη Λίβερπουλ μέσα στο «Ολίμπικο», επήλθε μια κάμψη στα επόμενα χρόνια.

Η Μίλαν κυριάρχησε, η Γιουβέντους ανέβηκε κι αυτή επίπεδο, ενώ ομάδες όπως η Σαμπντόρια, η Πάρμα και η Φιορεντίνα αύξησαν τον εγχώριο ανταγωνισμό.

Όταν η Λάτσιο έδιωξε τον Ζντένεκ Ζέμαν, ο Φράνκο Σένσι εμπιστεύτηκε τον Τσέχο τεχνικό για να επαναφέρει την ομάδα στον δρόμο των επιτυχιών. Μέσα στο 1996 είχαν κάτσει στον πάγκο της 4 προπονητές (Κάρλο Ματσόνε, Κάρλος Μπιάντσι, Νιλς Λίντχολμ, Έτσιο Σέλα), με συνέπεια η επόμενη επιλογή να είναι καθοριστική.

Ο Ζέμαν τα κατάφερε εν μέρει, αφού παρέλαβε την ομάδα 12η στη Serie A και την ανέβασε στην 4η θέση, χωρίς κανείς αντίπαλος να σκοράρει περισσότερο τη σεζόν 1997-1998. Το ίδιο συνέβη και τη νέα χρονιά, όμως η Ρόμα υποχώρησε μια θέση και ο Βοημός έχασε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων της Ρόμα, που θεωρούσαν ότι χρειαζόταν κάτι διαφορετικό.

Ο Μίδας των τίτλων Φάμπιο Καπέλο

Από το 1992 μέχρι το 1997, ο Καπέλο είχε κατακτήσει 5 πρωταθλήματα. Τρία σερί με τη Μίλαν, ένα μετά από τη διακοπή του σερί που προκάλεσε η Γιουβέντους και το τελευταίο του στην Ισπανία, στον πάγκο της Ρεάλ Μαδρίτης.

Οι διαφωνίες με τον πρόεδρο των «μερένγκες», Λορένθο Σανθ, καθώς και με τους φιλάθλους που επιθυμούσαν τον Ραούλ σε πιο κεντρικό ρόλο και όχι αριστερά, οδήγησαν τον Ιταλό προπονητή σε αναζήτηση νέας ομάδας το καλοκαίρι του 1997. Η επιλογή ήταν προφανής (αν και βρέθηκε κοντά στη Λάτσιο), αφού επέστρεψε στη Μίλαν, όμως η σεζόν ήταν καταστροφική.

Μετά από τη 10η θέση της σεζόν 1997-1998 (δεν παρέμεινε μέχρι το τέλος), έμεινε μόνος του έναν χρόνο στο περιθώριο, όπου διάβαζε και ξεκουραζόταν στην παραλία, περιμένοντας την κατάλληλη πρόταση. Μάλιστα, η Μίλαν του Αλμπέρτο Τζακερόνι κατέκτησε (αναπάντεχα) το πρωτάθλημα τη σεζόν… απουσίας του Καπέλο, ο οποίος θεωρούσε ότι έχει μερίδιο σε αυτήν την κατάκτηση.

Η πρόταση ήρθε τελικά το 1999 από τον Σένσι, ο οποίος του προσέφερε την πρόκληση διεκδίκησης επιτυχίας με έναν σύλλογο χαμηλοτέρου επιπέδου σε σχέση με τους δύο που είχε δουλέψει στο παρελθόν.

 

Στη σκιά της Λάτσιο

Τον Μάιο του 1999 είπε το «ναι» στον Σένσι και μαζί του πήρε στη Ρόμα τον Φράνκο Μπαλντίνι ως αθλητικό διευθυντή. Από παίκτες, αποκτήθηκε ένας από τους φερέλπιδες επιθετικούς της χώρας, ο Βιντσέντζο Μοντέλα, ενώ ξεχώρισαν και οι Κριστιάνο Τζανέτι, Μάρκος Ασουνσάο και Χιντετόσι Νακάτα (στα μέσα της σεζόν).

Στις αποχωρήσεις, ο Πάουλο Σέρζιο πωλήθηκε στην Μπάγερν Μονάχου και μεταξύ άλλων ο Ομάρι Τετράτζε έφυγε ως ελεύθερος για τον ΠΑΟΚ, ο Φιλίπο νταλ Μόρο πήγε δανεικός στην ΑΕΚ και μεσούσης της σεζόν ο Λάμπρος Χούτος πωλήθηκε στον Ολυμπιακό για 3.000.000 ευρώ!

Η χρονιά κύλησε με τον χειρότερο τρόπο, αφού η Ρόμα τερμάτισε στην 6η θέση της βαθμολογίας και -κυρίως- πρωταθλήτρια στέφθηκε η μεγάλη αντίπαλός της, Λάτσιο, καθιστώντας… αδύνατη ακόμα και τη βόλτα στην πόλη για οποιονδήποτε «τζιαλορόσο» φίλαθλο.

Πήρε Μπατιστούτα με εκβιασμό

Ο Καπέλο αντιλήφθηκε ότι κάτι έλειπε από την ομάδα. Το έδειξε νωρίς την άνοιξη του 2000, όταν επιχείρησε να αγοράσει τον Ρουντ φαν Νίστελροϊ από την Αϊντχόφεν, όμως ο σοβαρός τραυματισμός του Ολλανδού επιθετικού έβαλε «φρένο» στις προσπάθειες.

Ο τεχνικός των Ρωμαίων δεν πτοήθηκε και συνέχισε την αναζήτηση. Παρότι ήταν ικανοποιημένος από το ένστικτο κυνηγού του Μοντέλα και από την εργατικότητα του Μάρκο Ντελβέκιο, ήθελε έναν επιθετικό να συνδυάζει και τα δύο.

Ο Μπαλντίνι γνώριζε καλά το πρόσωπο που θα έλυνε τα χέρια του Καπέλο. Επρόκειτο για τον παίκτη που είχε άγαλμα έξω από το γήπεδο της ομάδας του, τον παίκτη που είχε πάνω από 200 γκολ στις 9 σεζόν που αγωνιζόταν εκεί, τον παίκτη που πλέον θα δοκίμαζε να φύγει, παρότι λατρευόταν ως θεός. Ο λόγος φυσικά για τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα.

Για να προχωρήσει στην απόκτηση του Αργεντινού, ο Καπέλο χρειάστηκε να κοροϊδέψει τον Σένσι και να τον φέρει προ τετελεσμένου. Το πανούργο σχέδιο πέτυχε και η Ρόμα έκανε το πιο αποφασιστικό βήμα για τον στόχο της, που ήταν το σκουντέτο.

 

Ακόμα 3 προσθήκες – κλειδιά

Η μεταγραφική ενίσχυση της Ρόμα δεν περιορίστηκε στον κορυφαίο Αργεντινό γκολτζή, που κόστισε περίπου 35.000.000 ευρώ. Ο Καπέλο, λειτουργώντας ως… Καπέλο, έλυσε το επιθετικό ζήτημα και προχώρησε στο πιο σοβαρό, αυτό της άμυνας, που λόγω Ζέμαν, είχε παραμεληθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Ο 22χρονος κεντρικός αμυντικός της Μπόκα Τζούνιορς, Βάλτερ Σάμουελ, βρέθηκε στην Ευρώπη για 20.000.000 ευρώ. Ο κατά έναν χρόνο μικρότερός του, Ζονατάν Ζεμπινά κόστισε λίγο λιγότερο, αλλά θα είχε κι αυτός σημαντική παρουσία στο κέντρο της άμυνας.

Μπροστά τους, ο Έμερσον της Λεβερκούζεν θα επιχειρούσε να «σκουπίζει» ό,τι κινείται, όμως η απόσβεση των 18.000.000 ευρώ που κόστισε, θα άρχιζε αρκετά αργότερα, αφού σε μία προπόνηση κατά τη θερινή προετοιμασία, υπέστη ρήξη χιαστού.

Επιπλέον, δεν είχε δικαίωμα να αγωνιστεί μέχρι τον Οκτώβριο του 2000, αφού καταλάμβανε θέση ξένου και η Ρόμα είχε ξεπεράσει το επιτρεπόμενο όριο, μέχρι να παντρευτεί την Ιταλοβραζιλιάνα σύζυγό του.

Στο φιλικό προετοιμασίας με αντίπαλο την ΑΕΚ (0-0), όπου ήταν προγραμματισμένη η παρουσίαση των νεοαποκτηθέντων παικτών, ο Βραζιλιάνος αμυντικός μέσος δάκρυσε όταν ήρθε η σειρά του να ακούσει το όνομά του και 70.000 φίλαθλοι των αποθέωσαν, παρότι ήταν ανήμπορος να βοηθήσει αγωνιστικά.

 

Το πρωταθληματικό ρόστερ της Ρόμα

Με αυτές τις προσθήκες και χωρίς καμία σημαντική απώλεια, ίσως πλην του Ντμίτρι Αλενίτσεβ που έφυγε για την Πόρτο, το ρόστερ της Ρόμα συμπληρώθηκε και ήταν έτοιμο για σπουδαία πράγματα.

Στο τέρμα υπήρχε ο Φραντσέσκο Αντονιόλι, ίσως ο τομέας του γηπέδου που ήταν πιο αδύναμη η ομάδα. Παρ’ όλα αυτά, η φύλαξη που του προσέφερε ο 36χρονος υπαρχηγός Αλνταΐρ, μαζί με τον Ζάγκο και τους δύο νεοαποκτηθέντες στόπερ ήταν υποδειγματική.

Στα άκρα, δεξιά ο Καφού ήταν έτοιμος να μετατραπεί στον καλύτερο μπακ του κόσμου, ενώ από την άλλη πλευρά υπήρχε ακόμα ένας επιθετικογενής μπακ, ο Βενσάν Καντελά.

Στη μεσαία γραμμή, πλην του Έμερσον, ο Νταμιάνο Τομάζι ήταν αδιαπραγμάτευτος στην ενδεκάδα και δίπλα του έπαιζε κυρίως ο Κριστιάνο Τζανέτι, μέχρι να αποθεραπευτεί ο Βραζιλιάνος και να κάνει ντεμπούτο τον Ιανουάριο.Λιγότερο χρόνο συμμετοχής έπαιρνε ο Χιντετόσι Νακάτα, ενώ και οι Ασουνσάο και Χιάνι Γκιγού έβαλαν το «λιθαράκι» τους. Αντιθέτως, ο Εουζέμπιο ντι Φραντσέσκο δεν κρίθηκε το ίδιο χρήσιμος όσο τις προηγούμενες χρονιές, ενώ ο 17χρονος Ντανιέλε ντε Ρόσι, που συμμετείχε σε προπονήσεις με την πρώτη ομάδα, θα έπρεπε να περιμένει λίγο ακόμα για να έρθει η σειρά του.

 

Στην επίθεση, η έλευση του Μπατιστούτα σήμαινε ότι ο Μοντέλα με τον Ντελβέκιο θα έπρεπε να μονομαχήσουν για μία θέση στην ενδεκάδα.

Ο Καπέλο προτιμούσε τον πρώτο λόγω των εργασιών που έκανε στον αγωνιστικό χώρο, ωστόσο ο δεύτερος είχε τα γκολ. Επρόκειτο για ένα δίλημμα που δεν λύθηκε ούτε στη διάρκεια της σεζόν.

Η επιστροφή του 34χρονου Αμπέλ Μπάλμπο ήταν περισσότερο τιμητική, για να συνοδεύσει τον Μπατιστούτα από τη Φιορεντίνα, ενώ απέμενε ακόμα μια θέση, κι αυτή αδιαπραγμάτευτη.

 

Ο Καπέλο άλλαξε θέση σε Τότι και Καφού

Ο Φραντσέσκο Τότι φορούσε ήδη το περιβραχιόνιο του αρχηγού και στα 24 του είχε κατακτήσει πολλά πράγματα με τη Ρόμα, εκτός από ένα: τρόπαιο. Για να συμβεί αυτό, έπρεπε να κάνει θυσίες και ο ίδιος, κάτι που το αντιλήφθηκε άμεσα ο Καπέλο.

Ο Ιταλός τεχνικός αποφάσισε να αλλάξει θέση στο μεγάλο αστέρι της ομάδας. Από επιθετικός στο 4-4-2 οπισθοχώρησε μερικά μέτρα και έγινε το σημείο αναφοράς της ομάδας, στο 3-4-1-2 που χρησιμοποίησε ο Καπέλο τη σεζόν 2000-2001.

Σε αυτήν τη θέση, η μπάλα περνούσε από τα πόδια του σε κάθε επίθεση και ήταν αυτός που καθόριζε τα πάντα. Σωστή επιλογή, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, αλλά όχι η μοναδική κίνηση ματ εκείνης της Ρόμα.

Ο Καπέλο είχε δείξει στην προπονητική θητεία του ότι του αρέσει να ελίσσεται, ανάλογα με τις απαιτήσεις. Γι’ αυτόν τον λόγο, όταν είδε ότι το 4-4-2 ή το 4-3-3 που χρησιμοποιούσε σε Μίλαν και Ρεάλ δεν ταιριάζει στο ρόστερ που είχε στη διάθεσή του στη Ρόμα, επέλεξε το 3-4-1-2.

Με αυτόν τον τρόπο, κατάφερε να αξιοποιήσει στο μέγιστο όχι μόνο τον Τότι, αλλά και τον Καφού. Ο Βραζιλιάνος δεξιός μπακ χανόταν στην τετράδα της άμυνας, ωστόσο παίζοντας λίγο πιο ψηλά και έχοντας κενή όλη την πτέρυγα, μπορούσε να κάνει επελάσεις χωρίς σταματημό, με συνέπεια η Ρόμα να επιτίθεται με περισσότερους παίκτες.

 

Αποκλεισμός και επεισόδια στην Τριγκόρια

Η αλήθεια είναι ότι τα τρικ αυτά έπιασαν με τη μία, πλην μιας περίπτωσης. Το ντεμπούτο της Ρόμα στη σεζόν ήρθε στη Σλοβενία, στη νίκη 4-1 επί της Γκόριτσα με χατ τρικ του Ντελβέκιο για τον προκριματικό γύρο του Κυπέλλου UEFA στις 14 Σεπτεμβρίου 2000. Τρεις ημέρες αργότερα υποδέχθηκε την Αταλάντα για τη φάση των 16 του Coppa Italia, όπου αναδείχθηκε ισόπαλη 1-1.

Η ρεβάνς του κυπέλλου προηγήθηκε της ευρωπαϊκής. Στο Μπέργκαμο, η Ρόμα χρειαζόταν γκολ για να προκριθεί και το βρήκε με τον Μοντέλα στο 20′. Όμως ο Ιταλός επιθετικός απλά ισοφάρισε το γκολ του Μαουρίτσιο Γκαντς, ο οποίος άνοιξε το σκορ στο 9′, έκανε το 2-1 στο 56′ και είχε και δοκάρι.

Ο Τζιανπάολο Μπελίνι έκανε το 3-1 λίγο αργότερα και παρά τη μείωση του σκορ με πέναλτι του Τότι στο τέλος, η Ρόμα έφυγε ταπεινωμένη από τον ιταλικό βορρά, με τον Άλεξ Πινάρντι να διαμορφώνει το τελικό 4-1 στις καθυστερήσεις.

Στην Τριγκόρια επήλθε χάος. Οι εξαγριωμένοι φίλαθλοι προκάλεσαν φθορές στα αυτοκίνητα των ποδοσφαιριστών, παρά την παρουσία πούλμαν της αστυνομίας, ακόμα και ελικοπτέρων.

Από τα «πυρά» δεν γλίτωσε ούτε ο αγαπημένος τους Τότι («τέρμα οι λατρείες, πρέπει να δείξεις ότι μπορείς»), ο οποίος με ομιλία του επιχείρησε να τους κατευνάσει.

Ο Σένσι, από την πλευρά του, ήταν λιγότερο διαλλακτικός όταν έκανε την εμφάνισή του και ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει θέμα Καπέλο, στο πλήθος που αποδοκίμαζε έντονα τον προπονητή της ομάδας.

Οι ποδοσφαιριστές κατάφεραν να φύγουν μετά από διαβουλεύσεις και από την Τριγκόρια η Ρόμα εξέδωσε δελτίο Τύπου στο οποίο ενημέρωνε ότι παραμένει ενωμένη και αλληλέγγυα με τους παίκτες της.

 

Άντεξε στα ντέρμπι και έχτισε διαφορά

Έξι ημέρες αργότερα άρχισε να το αποδεικνύει. Στη ρεβάνς του αγώνα με την Γκόριτσα, διέλυσε τους Σλοβένους με 7-0. Την 1η Οκτωβρίου άρχισε και το πρωτάθλημα, με τους Ρωμαίους να κάνουν 3 νίκες σε ισάριθμες αγωνιστικές και να βρίσκονται μόνοι πρώτοι στη βαθμολογία.

Το σερί διεκόπη την 4η αγωνιστική, όταν ηττήθηκαν 0-2 από την Ίντερ στο Μιλάνο, παρότι οι «νερατζούρι» βρίσκονταν σε κρίση λόγω της απόλυσης του Μαρτσέλο Λίπι μετά από την πρεμιέρα.

Η Ουντινέζε και η Αταλάντα προσπέρασαν τη Ρόμα στη βαθμολογία, όμως την 6η αγωνιστική οι «τζιαλορόσι» ανέβηκαν ξανά στην 1η θέση και άρχισαν να χτίζουν διαφορά.

Στις πρώτες 8 αγωνιστικές είχαν μόνο νίκες, πλην της απώλειας στο Μιλάνο. Στις πρώτες 11 αγωνιστικές προστέθηκε απλά μια ισοπαλία στην Περούτζια του Ζήση Βρύζα.

Μέσα σε αυτές τις επιτυχίες, περιλαμβάνονται και δύο κομβικά αποτελέσματα. Την 8η αγωνιστική, η Ρόμα υποδέχθηκε τη Φιορεντίνα, η οποία δίχως τον «Μπατιγκόλ» στις τάξεις της, δεν ήταν το ίδιο ανταγωνιστική.

Παρ’ όλα αυτά, κρατούσε το μηδέν στο «Ολίμπικο», μέχρι ο Αργεντινός επιθετικός να κάνει αυτό που γνώριζε καλύτερα από τον καθένα και να στείλει την μπάλα στα δίχτυα, έστω και των «βιόλα».

Παρά τα δάκρυά του, ο Μπατιστούτα έδωσε 3 βαθμούς στη Ρόμα, που συνέχισε να προηγείται στη βαθμολογία.

Την 11η αγωνιστική ήρθε η ώρα για το πρώτο Derby della Capitale της σεζόν. Τυπικά γηπεδούχος η πρωταθλήτρια Λάτσιο, η οποία είχε αρχίσει πολύ άσχημα τη σεζόν, ωστόσο είχε την ευκαιρία να εξιλεωθεί με μία νίκη σε αυτό το παιχνίδι. Φευ.

Ένα αυτογκόλ του Πάολο Νέγκρο στο 70′ έδωσε τη νίκη στους «τζιαλορόσι», που άνοιξαν την «ψαλίδα» από έναν μεγάλο αντίπαλο για τον τίτλο.

Την επόμενη αγωνιστική αντιμετώπιζαν στη Ρώμη τον έτερο μεγάλο διεκδικητή, τη Γιουβέντους. Ήταν 22 Δεκεμβρίου και οι δύο ομάδες είχαν ήδη μια διαφορά 6 βαθμών.

Σε περίπτωση νίκης των «μπιανκονέρι», η Ρόμα θα προσγειωνόταν απότομα, αφού στο καλεντάρι ακολουθούσαν και άλλα δύσκολα παιχνίδια, με Αταλάντα, Μίλαν και Πάρμα.

Το τελικό 0-0 κρίθηκε ικανοποιητικό αποτέλεσμα, αφού διατήρησε τη διαφορά στα ίδια επίπεδα και έδωσε τη δυνατότητα στη Ρόμα να την αυξήσει στη συνέχεια.

Από τη 16η αγωνιστική και το 3-0 επί της Νάπολι μέχρι την 22η και το 3-1 επί της Μπρέσια, η Ρόμα χόρευε στους ρυθμούς των γκολ του Μπατιστούτα και σημείωσε 7 συνεχόμενες νίκες.

Ο άτυπος τίτλος της πρωταθλήτριας χειμώνα ήταν δικός της και όλα έδειχναν ότι θα είναι και αυτός της κανονικής πρωταθλήτριας, αφού παρά το 0-0 με τη Ρετζίνα που ακολούθησε, ήρθε το 3-1 επί της Βερόνα την Πρωταπριλιά του 2001, που έφερνε τους «τζιαλορόσι» 12 πόντους πάνω από τη Λάτσιο και 9 πάνω από τη Γιουβέντους.

Τα 2-2 που έφεραν τον τίτλο

Τίποτα δεν έδειχνε ικανό να σταματήσει την ξέφρενη πορεία της Ρόμα, εκτός από τον… εαυτό της. Τα μυαλά των παικτών πήραν «αέρα» και άρχισαν να κάνουν δηλώσεις για το σκουντέτο και γρήγορα ήρθε η τιμωρία από τη Φιορεντίνα, που πήρε εκδίκηση για την ήττα του 1ου γύρου, επικρατώντας με 3-1 στην Τοσκάνη.

Αμέσως μετά ακολούθησε η παρολίγον εντός έδρας ήττα από την Περούτζια (ισοφάρισε στο 90′ με αυτογκόλ ο Τζιοβάνι Τεντέσκο) και η απόσταση από τους ανταγωνιστές άρχισε να κλείνει. Η νίκη επί της Ουντινέζε στο «Φρίουλι» ήταν σημαντική, ωστόσο τα πάντα θα κρίνονταν μέσα σε μία εβδομάδα. Στις 29 Απριλίου ήταν προγραμματισμένος ο αγώνας με τη Λάτσιο και στις 6 Μαΐου εκείνος με τη Γιουβέντους.

Στη Ρώμη, πάνω από 77.000 θεατές είχαν κατακλύσει το «Ολίμπικο», για το μεγάλο ντέρμπι των δύο «κολοσσών» της ιταλικής πρωτεύουσας. Η δράση ήταν περιορισμένη στο 1ο ημίχρονο, ωστόσο στο 2ο σημειώθηκαν 4 γκολ.

Μπατιστούτα και Ντελβέκιο έδωσαν ισχυρό προβάδισμα στους τύποις γηπεδούχους, όμως ο Πάβελ Νέντβεντ μείωσε στο 78′ και στο 5ο λεπτό των καθυστερήσεων ισοφάρισε στο τελικό 2-2.

Το αποτέλεσμα ήταν θετικό για τους «τζιαλορόσι», που κράτησαν τη διαφορά από τη Λάτσιο στους 6 βαθμούς (η οποία διεκδικούσε τίτλο παρά την απόλυση του Σβεν Γιόραν Έρικσον), όμως ταυτόχρονα αυξήθηκε ο κίνδυνος από το Τορίνο.

Εκεί θα πήγαινε λίγες ημέρες αργότερα και μέσα σε 6 λεπτά αγώνα, οι Αλεσάντρο ντελ Πιέρο και Ζινεντίν Ζιντάν έβαλαν μπροστά στο σκορ με 2-0 την ομάδα του Κάρλο Αντσελότι, δείχνοντας ότι η μάχη για το σκουντέτο ήταν ορθάνοιχτη.

Στην ανάπαυλα, ο Καπέλο αποφάσισε να θυσιάσει το «εγώ» του και να ρίξει στη μάχη τον Μοντέλα, παρότι οι σχέσεις του με τον διεθνή επιθετικό βρίσκονταν σε χείριστο επίπεδο, αφού ο τελευταίος τον κατέκρινε δημόσια επειδή δεν τον χρησιμοποιούσε.

Ο Ντελβέκιο είχε μόνο 3 γκολ μέχρι εκείνο το σημείο στο πρωτάθλημα και δεν θα τα αύξανε στη συνέχεια κι όμως ο Καπέλο τον προτιμούσε από τον Μοντέλα, που είχε 9.

Στο 60′ πέρασε στον αγώνα και ο Νακάτα, με τον Τότι να αποχωρεί από τον αγωνιστικό χώρο. Έμοιαζε με παράδοση «όπλων», ωστόσο μόνο αυτό δεν ήταν, αφού ο Ιάπωνας στο 79′ μείωσε σε 1-2 και στο 1ο λεπτό των καθυστερήσεων ο Μοντέλα ισοφάρισε σε 2-2 και κράτησε τη Γιουβέντους σε απόσταση ασφαλείας.

Ο δρόμος για τον τίτλο είχε ανοίξει. Το νικητήριο γκολ του Μοντέλα την επόμενη αγωνιστική επί της Αταλάντα διαδέχθηκε η άνετη επικράτηση επί της Μπάρι. Ακολούθησαν δύο ισοπαλίες με Μίλαν και Νάπολι, όμως η Ρόμα παρέμεινε πρωτοπόρος.

Η Γιουβέντους την πλησίασε στους 2 βαθμούς, αλλά δεν ήταν δυνατό να χαλάσει το πάρτι της 17ης Ιουνίου, στην τελευταία αγωνιστική.

 

Φιέστα τίτλου με την Πάρμα

Στο «Ολίμπικο», οι 74.773 θεατές που είχαν κόψει εισιτήριο και όλοι όσοι παρακολουθούσαν τον αγώνα από τηλεόραση, έδωσαν από νωρίς τον τόνο του αγώνα με την Πάρμα.

Οι φιλοξενούμενοι είχαν στο ρόστερ τους παίκτες όπως ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν, ο Λιλιάν Τιράμ, ο Φάμπιο Καναβάρο, ο Λουίτζι Σαρτόρ, ο Ντιέγκο Φουζέρ, ο Ματίας Αλμέιδα, ο Νέστορ Σενσίνι, ο Μάρκο ντι Βάιο και ο Σάβο Μιλόσεβιτς, όμως δεν είχαν καμία τύχη σε αυτό το γήπεδο.

Το γκολ του Τότι στο 19′ ήταν το 13ο στο πρωτάθλημα, ισοφαρίζοντας την καλύτερη επίδοση μέχρι τότε στην καριέρα του, αν και για πρώτη φορά δεν αγωνίστηκε τόσο μπροστά.

Σημαδιακά, το επόμενο τέρμα ανήκε επίσης σε έναν κορυφαίο σκόρερ της Ρόμα, τον Μοντέλα, που έφτασε κι αυτός τα 13 γκολ στο πρωτάθλημα.

Το 3ο και τελευταίο τέρμα της Ρόμα ανήκε στον πρώτο σκόρερ της, τον Μπατιστούτα που έφτασε τα 20 (πρώτος σκόρερ της κατηγορίας ο Ερνάν Κρέσπο της Λάτσιο με 26) και δικαίωσε τα κόλπα του Καπέλο για την απόκτησή του, αλλά και την απόφαση του Αργεντινού να αφήσει τη Φιορεντίνα για να κατακτήσει κάποιο τρόπαιο.

Το 3-1 επί της Πάρμα έδωσε την ευκαιρία στους φίλους της Ρόμα να πανηγυρίσουν για πρώτη φορά κάτι τόσο σημαντικό μετά από μία δεκαετία. Διακόσιοι εξ αυτών το έκαναν πρόωρα, αφού εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο στο 85′ και διέκοψαν προσωρινά το παιχνίδι.

Εν τέλει, ο αγώνας άρχισε ξανά, ολοκληρώθηκε με τον θρίαμβο της Ρόμα και το 3ο πρωτάθλημα, μετά από εκείνο του 1942 και εκείνο του 1983, ήταν γεγονός. Το 3ο και τελευταίο στην ιστορία του συλλόγου που άρχισε να γράφεται το καλοκαίρι του 1927.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...