O Μάρκο φαν Μπάστεν στον Χρήστο Σωτηρακόπουλο

Πριν από 29 ολόκληρα χρόνια, στις 27 Δεκεμβρίου 1988, ο Μάρκο φαν Μπάστεν κατέκτησε την πρώτη από τις τρεις «Χρυσές Μπάλες» της άκρως επιτυχημένης, αλλά σύντομης καριέρας του.

Με αφορμή την ατομική αυτή διάκριση ενός εκ των κορυφαίων ποδοσφαιριστών που γνώρισε ο πλανήτης, το Sport-Retro.gr αναδημοσιεύει μία συνέντευξή του στον Χρήστο Σωτηρακόπουλο.

Οι δηλώσεις του Μάρκο φαν Μπάστεν έγιναν τον Αύγουστο του 2009 στην εφημερίδα «SportDay» και παρατίθενται αυτούσιες.

***

«Μπαίνοντας στο δωμάτιο με κοιτάει και είναι φανερό πως ψάχνει. Ένα βλέμμα, μία κίνηση, κάτι που να του δώσει προβάδισμα σε αυτή την «αναμέτρηση». Μα, θα πείτε, ποια αναμέτρηση, μία συνέντευξη θα κάνετε όχι μπρα ντε φερ!

Και όμως διαπιστώνω αμέσως πως ο μεγαλύτερος σέντερ φορ που γνώρισε ο πλανήτης δεν ήρθε σε αυτό το ραντεβού με διαθέσεις χαλαρές αλλά επιθετικές. Όπως τον καιρό που περίμενε το μισό λάθος αυτών που τον μάρκαραν.

Και τους τιμωρούσε με μια κυνικότητα που παρέπεμπε σε ψυχρούς εκτελεστές ωστόσο με μία καλλιτεχνική αύρα που «κάλυπτε» τον μπρουτάλ τρόπο!

Ο Μάρκο φαν Μπάστεν, ο επονομαζόμενος «Κύκνος της Ουτρέχτης» κάθεται απέναντι μου και σταυρώνει τα χέρια.

«Αποφεύγει τις χειραψίες», με είχε προειδοποιήσει ο άνθρωπος που μου έκλεισε το ραντεβού, ο Ολλανδός συνάδελφος Κέες Γιάνσμα, κορυφαίος σχολιαστής της ολλανδικής τηλεόρασης αλλά ιδίως κολλητός φίλος του. «Ξέρεις, μόνο με  αυτούς που νιώθει άνετα τους δίνει το χέρι».

Διαπιστώνω πριν ξεκινήσουμε τη κουβέντα πως η στάση του σώματος αλλάζει μόλις ο Κέες του λέει πως η γνωριμία μας και η φιλία μας πάει πίσω στο 1986.

«Ο Χρήστος είναι θαυμαστής του Γιόχαν αλλά λέει πως και εσύ καλός ήσουν», συνεχίζει και τον χτυπάει στη πλάτη φιλικά.

Ο Μάρκο χαμογελάει και έρχεται λίγο πιο μπροστά, κοιτώντας με κατευθείαν στα μάτια: «Ο Κρόιφ υπήρξε ο Ιησούς και εμείς οι απόστολοί του», είναι οι πρώτες κουβέντες του.

Ακόμα και αν τελείωνε εδώ η συνέντευξη θα είχα τίτλο! Ωστόσο δεν βρέθηκα μέχρι εδώ έχοντας απέναντί μου μία ξεχωριστή προσωπικότητα για να αφήσω την ευκαιρία χαμένη, συνεπώς δεν τον αφήνω να ολοκληρώσει τη σκέψη γυρίζοντας την πάσα: «Αν ο Γιόχαν ήταν ο Ιησούς, ο Μίχελς ποιός ήταν;»

Με κοιτάει και μετά κάνει μία κίνηση σαν να δείχνει τον ουρανό. «Ο ίδιος ο Θεός!» Τα γέλια και των τριών μας έχουν λειτουργήσει με ακρίβεια παγοθραυστικού που ανοίγει δρόμο στα φαλαινοθηρικά στην Αλάσκα.

Παρατηρώ πως έχει καθίσει πιο χαλαρά σταυρώνοντας τα πόδια… Ευκαιρία να ρωτήσω για τον Αρίγκο Σάκι και τη Μίλαν που κατέκτησε τα πάντα.

«Έξυπνος  και διορατικός, πίστευε πολύ στην αξία του ατόμου και όχι του συνόλου απλά για να χαϊδεύει αυτιά στα αποδυτήρια», λέει και εξηγεί.

«Υπάρχουν προπονητές που προσπαθούν να κάνουν τους παίκτες στα αποδυτήρια να αισθανθούν καλά και το κατορθώνουν και εκείνοι που απλά κάνουν χατήρια για να μην τους κοντράρουν οι καλοί παίκτες.

Αυτοί τελικά χάνουν το παιχνίδι. Γιατί όταν ένα ματς δυσκολέψει ο Φαν Μπάστεν ο Γκούλιτ ο Κρόιφ, ο Μαραντόνα, ο Ζιντάν θα στο κερδίσουν, όχι το σύνολο, ωστόσο χρειάζεται να έχεις ικανοποιημένο και τον δεξιό μπακ και τον αμυντικό χαφ».

Αφού βρήκαμε ρυθμό είναι ευκαιρία να πάω ένα βήμα παραπάνω και να τον ρωτήσω γιατί ο ίδιος στην εθνική Ολλανδίας απέτυχε.

Δεν απαντάει αμέσως. Σκέφτομαι πολύ γρήγορα μήπως έκανα λάθος και χάλασε η ατμόσφαιρα… Πριν ολοκληρώσω τη σκέψη όμως, η απάντηση με βγάζει από τη δύσκολη θέση: «Άπέτυχα γιατί εμείς οι Ολλανδοί είμαστε κακομαθημένοι. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε πίσω. Καλύτερα θα έλεγα πως είμαστε εγωιστές.

Εγώ είχα μια εξαιρετική φουρνιά στα χέρια μου που τη σμίλεψα και την παρέδωσα έτοιμη για μεγάλα πράγματα», τονίζει και κάνοντας μία κίνηση προς τα εμπρός σηκώνει το δάχτυλο, όπως ο καθηγητής που μιλάει σε μαθητή και μιλώντας αργά τονίζει κάθε λέξη: «Στο Μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής θα είμαστε στην τετράδα, γραψ’ το και θα με θυμηθείς…»

Δεν μπορώ να αφήσω ασχολίαστο, πάντως, το γεγονός ότι λέει πως απέτυχε, αλλά η ομάδα που αφήνει θα πάει καλά στο Μουντιάλ… Συνεπώς, δεν θεωρεί πως η ομοσπονδία βιάστηκε να χωρίσει τους δρόμους της μαζί του;

«Μπορεί ναι, μπορεί και όχι, έχω μάθει να αποδέχομαι τις αποφάσεις που δεν έχουν να κάνουν με κάτι που είναι στο χέρι μου», απαντά και συνεχίζει με την ίδια φόρα που κάποτε τον μετέβαλλε σε φόβητρο κάθε άμυνας.

«Χάνοντας τον προημιτελικό με τη Ρωσία στο Euro του 2008 ήταν το χειρότερο βραδυ της ζωής μου, μια μαχαιριά, όπως αυτή που μου τελείωσε την καριέρα. Ήμασταν καλύτεροι ως σύνολο και ως άτομα, αλλά ο Χίντινκ μας ήξερε καλά.

Ως Ολλανδός μπόρεσε να χτυπήσει στην αχίλλειο πτέρνα μας, στο μοναδικό σημείο που πονούσαμε και ήταν οι αντεπιθέσεις! Αυτό το ταλέντο που διαθέτει η τωρινή φουρνιά είναι άπλετο και άγουρο ταυτόχρονα».

Μιας και κάνει λόγο για την χειρότερη βραδιά της ζωής του, πώς ένιωσε τη μέρα που κατάλαβε πως δεν επρόκειτο να ξαναπαίξει ποδόσφαιρο στο επίπεδο που ήταν πριν;

Τα μάτια του συννεφιάζουν και νομίζεις μονομιάς πως η ατμόσφαιρα έγινε γύρω μας βαριά σαν να έπεσε ξαφνική ομίχλη, όπως εκείνες που το χειμώνα μέσα σε δευτερόλεπτα εμφανίζονται στις ελβετικές Άλπεις!

«Δεν υπάρχουν λόγια για να πει κάποιος πως είναι να σου λένε πως ήρθε η ώρα να κάνεις ευθανασία στα όνειρά σου», υπογραμμίζει. «Χτύπησα το 1992 στη καλύτερη στιγμή μου, μόλις είχα πάρει τη «Χρυσή Μπάλα», για τρίτη φορά…».

Σταματάει για λίγο και σκέφτεται… «Ξέρεις κάτι,  θα την είχα κατακτήσει άλλες δυο ή τρεις αν συνέχιζα, χωρίς να θέλω να φανώ υπερόπτης. Όμως, ήμουν μόλις 27…», λέει και διαπιστώνω πως τα μάτια του έχουν βουρκώσει.

Με τους έτερους της τριάδας της «Χρυσής Μπάλας» 1988: Τον Ρουντ Γκούλιτ και τον Φρανκ Ράικαρντ

Με κοιτάει και συνεχίζει: «Μαχαιριά στη καρδιά ήταν. Τα καλύτερα χρόνια είχα μπροστά μου, έβγαιναν νέοι παίκτες, όπως ο Μπέργκαμπ που ταιριάζαμε πολύ, ερχόταν η φουρνιά του Άγιαξ με τον Ντάβιντς, τους Ντε Μπουρ, τον Ζέεντορφ, τον Όφερμαρς.

Αν παίζαμε μαζί το 1996 στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα ή στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998, προτού δηλαδή σταματήσω σε φυσιολογική ηλικία, θα κατακτούσαμε κάποιον τίτλο!»

Τουλάχιστον πρόλαβε η δική του γενιά να βιώσει αυτό που εκείνη των 70s’ δεν μπόρεσε με τους δυο χαμένους τελικούς του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1974 και το 1978.

«Εμείς καταφέραμε το 1988 να κατακτήσουμε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και τουλάχιστον να δώσουμε στον Μίχελς μια μοναδική χαρά και στους εαυτούς μας τη δικαίωση πώς μπορείς να παίξεις όμορφα και να είσαι νικητής», τονίζει.

Να μην ρωτήσω, του λέω και γελάω, αν ήθελες εκείνο το απίθανο σουτ να πάει στα δίχτυα του Ντασάεφ. Κάνει μία κίνηση με το χέρι σαν να λέει «τι ρωτάς τώρα» και σηκώνεται όρθιος!

Νομίζω πως θα φύγει, αλλά σύντομα αντιλαμβάνομαι πως απλά θέλει να μου δείξει με το σώμα του, την κλίση που έβαλε για να πιάσει το σουτ που έμεινε στην Ιστορία!

«Ήμουν κουρασμένος και ειλικρινά δεν άντεχα πια στο ματς, αλλά δεν υπήρχε και περίπτωση να βγω από το παιχνίδι. Ούτε καν σκέφτηκα να κοντρολάρω γιατί δεν θα είχα αντοχές, οπότε μία λύση υπήρχε και ήταν το σουτ.

Συνήθως αυτά πάνε έξω από το γήπεδο, αλλά εμένα ήταν η τυχερή μου μέρα «χαμογελάει και συμπληρώνει: «Μου αρέσουν οι παίκτες που δοκιμάζουν τα τρελά πράγματα. Όπως εκείνο το γκολ του Ζιντάν στον τελικό του Champions League. Θέλει αντοχές για να το κάνεις, να πιστεύεις στις δυνατότητές σου».

Τον ρωτάω την γνώμη του για τους προπονητές της σημερινής εποχής, αυτούς που ολοένα και περισσότερο «δυναστεύουν» τους παίκτες, ζητώντας διαρκώς τακτική και λιγότερο τεχνική.

«Δεν μπορώ να διανοηθώ πως ένας καλός παίκτης θα εκτελέσει αυτά που ζητάει ένας αυταρχικός προπονητής, αφήνοντας στην άκρη το ταλέντο του. Οι μέτριοι υπακούουν, οι καλοί εκτελούν. Ξέρεις κάτι; Αυτό έχει τεράστια διαφορά».

Ο Μίχελς, όμως, δεν ήταν αυταρχικός; «Ήταν, αλλά με έναν μοναδικό τρόπο, με ξεχωριστό και ιδιότυπο. Γιατί ήταν σπουδαίος, γιατί δεν χρειαζόταν να σε πείσει πως ξέρει. Το καταλάβαινες.

Έτσι είναι τώρα ο σερ Άλεξ Φέργκιουσον, γνωρίζει και το ξέρεις, δεν μπορείς να το πας κόντρα και τον σέβεσαι ενώ ταυτόχρονα τον αγαπάς. Μου έλεγε ο Ρουντ φαν Νιστελρόι πως μπορεί να τον φοβάσαι και ταυτόχρονα να θέλεις να πέσεις στη φωτιά γι’ αυτόν! Ναι, αυτό σημαίνει να είσαι σπουδαίος».

Ο Μουρίνιο, ο Φαν Χάαλ, ο Καπέλο, ο Μπενίτεθ, ο Χίντινκ, ο Αντσελότι κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια, αλλά ένας άλλος είναι που κλέβει την καρδιά του Μάρκο: «Μου αρέσει πολύ ο Πεπ Γκουαρδιόλα. Είναι ξεχωριστός.

Η Μπαρτσελόνα φέτος έπαιξε το καλύτερο ποδόσφαιρο που έχω δει από την εποχή του Άγιαξ με τον Φαν Χάαλ στον πάγκο ή πιο πίσω της δικιάς μας Μίλαν.

Μου αρέσει που δίνει στους ποδοσφαιριστές την δυνατότητα να κάνουν πράγματα, χωρίς  να ξεχνάει πως η τακτική πολλές φορές μπορεί να σε βγάλει από την δύσκολη θέση ταυτόχρονα όμως σου δημιουργεί και αγκυλώσεις!

Μου αρέσει επίσης πως δεν στάθηκε σε ένα μεγάλο όνομα όπως ο Ροναλντίνιο, αλλά έδωσε στον Μέσι την ευκαιρία να αναπτυχθεί η προσωπικότητά του».

Όπως όταν έπαιζε και σκόραρε μπορούσε και να κάνει φοβερές ασιστ, έτσι και τώρα μου δίνει πάσα για να ρωτήσω. Ροναλντίνιο, Μέσι, Κ. Ρονάλντο, Κακά, Ρούνεϊ, Τόρες, Ανρί, Ζλάταν ή κάποιος άλλος ξεχωρίζει τώρα;

«Κανένας από αυτούς ιδιαίτερα. Έχω την εντύπωση πως ο Ροναλντίνιο είναι σε πτώση, Ο Μέσι μπορεί τα επόμενα χρόνια να κυριαρχήσει και για τον Ρονάλντο θα είναι ένα πολύ μεγάλο στοίχημα η Ρεάλ, αλλά μου πάει πολύ η σωματοδομή του.

Ο Ζλάταν είναι πολύ ιδιαίτερος παίκτης με γκολ και τεχνική, αλλά πρέπει να καταλάβει πως το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό σπορ». τονίζει. Και μετά από λίγη σκέψη υπογραμμίζει: «Ο κορυφαίος πάντως παίκτης, μαζί με τον Ζιντάν, της εποχής που ακολούθησε τη δικιά μου, ήταν ο Βραζιλιάνος Ροναλντο. Τα είχε όλα!»

Η ώρα έχει περάσει και το πόσα ακόμα θα ήθελα να ρωτήσω είναι ατελείωτα, ωστόσο δεν γίνεται να φύγω χωρίς να έχω μία απάντηση σχετικά με το αν ζόρισε ο ίδιος τον εαυτό του ή τον πίεσε η Μίλαν να παίξει στον τελικό του Μονάχου με τη Μαρσέιγ το 1993.

«Κοίτα, είμαι μεγάλος και όχι παιδί. Ήξερα τους κινδύνους. Με πίεσαν αλλά ήθελα και εγώ πολύ να παίξω. Ήταν λάθος μεγάλο και μοιραίο. Αν γυρίσω το χρόνο πίσω είναι, ίσως, το μόνο πράγμα που θα ήθελα να αλλάξω στη ζωή μου», εξηγεί με μία έκδηλη πίκρα.

Σηκωνόμαστε και περπατάμε προς την πόρτα. Τον χαιρετάω και βλέπω πως έχει απλώσει το χέρι του! Βλέπω με την άκρη του ματιού μου τον Κέες να χαμογελά.

«Πέρασες το τεστ», μου λέει και κλείνει το μάτι. Η χειραψία είναι ζεστή και πραγματική και η τελευταία στιχομυθία μας έχει να κάνει με το αν το ποδόσφαιρο σήμερα είναι καλύτερο ή χειρότερο από τις μέρες του.

Με ένα αινιγματικό χαμόγελο μου λέει: «Καλύτερο ή χειρότερο; Ειλικρινά δεν ξέρω. Πάντως σίγουρα είναι λιγότερο σκληρό. Βλέπεις, θυσιάστηκα εγώ, για να γλιτώσουν και να σωθούν οι επόμενοι…».

 

Διαβάστε ακόμη:

Replay: Η στήλη του Χρήστο Σωτηρακόπουλου στο Sport-Retro.gr

H νύχτα που δάκρυσε ο Φαν Μπάστεν

O Βιμ Σουρμπίρ του θρυλικού Άγιαξ και της τρανής εθνικής Ολλανδίας στον Χρήστο Σωτηρακόπουλο

Έδιωξε τον δήμαρχο του Μπριζ και μπέρδευε επίτηδες τους παίκτες του! Ο Ερνστ Χάπελ ήθελε να κερδίζει τα πάντα

Η φιλία με τον Κρόιφ, το «όχι» του Άγιαξ και η κόντρα με τους προπονητές. Ο Λουίς φαν Χάαλ ως ποδοσφαιριστής

Ντικ Άντβοκαατ – Ρουντ Γκούλιτ: Από τον «πόλεμο» του 1994 για την τακτική, στη συνεργασία του 2017

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για το ολλανδικό ποδόσφαιρο

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...