Ο Ντιέγκο Σιμεόνε ήταν τοτέμ της Ατλέτικο πριν να γίνει προπονητής

Η 28η Απριλίου θα μπορούσε να αποτελέσει ημέρα… συλλογικής εορτής για την Ατλέτικο Μαδρίτης. Πρόκειται για τη μέρα γενεθλίων ενός ανθρώπου που εξελίσσεται στη μεγαλύτερη προσωπικότητα στην ιστορία των «ροχιμπλάνκος».

Ο Ντιέγκο Σιμεόνε γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1970, όμως ζει, αισθάνεται, αναπνέει και λειτουργεί ως μαδριλένος, αφού έχει περάσει στην ισπανική πρωτεύουσα σχεδόν 15 χρόνια, σε δύο θητείες.

Πλέον, η δεύτερη εξ αυτών είναι η πιο γνωστή, αφού ως προπονητής έχει οδηγήσει την ομάδα σε απάτητες κορυφές του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Πριν από το 2011, όμως, ο Αργεντινός ήταν αυτός που συνδύασε το όνομά του με την λαμπρότερη στιγμή της Ατλέτικο τα τελευταία χρόνια, το νταμπλ του 1996.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για την Ισπανία

Από τη Serie B, συμπαίκτης του Μαραντόνα

Ο Σιμεόνε δεν ήταν άγνωστος με την ισπανική πραγματικότητα, όταν άρχισε η… ερωτική σχέση του με την Ατλέτικο. Για δύο χρόνια ήταν αντίπαλος των «ροχιμπλάνκος», ως βασικό στέλεχος της Σεβίλλης.

Μάλιστα, στην πρώτη σεζόν του έκανε δίδυμο με έναν συμπατριώτη του, ίσως τον πιο γνωστό όλων των εποχών, τον Ντιέγκο Μαραντόνα, ο οποίος προσπαθούσε να κάνει (αποτυχημένα) την επιστροφή του στο ποδόσφαιρο, μετά από την τιμωρία 1,5 έτους για χρήση κοκαΐνης ως παίκτης της Νάπολι.

Στην Ανδαλουσία είχε 33 συμμετοχές και 4 γκολ στην πρώτη σεζόν του στην Primera Division και 31 συμμετοχές και 8 γκολ στη δεύτερη σεζόν του. Αν και ήταν ο δυναμικός μέσος που όλοι γνωρίζουμε, με τις υπέροχες ανασταλτικές ιδιότητες, είχε έφεση στο σκοράρισμα, κάτι που ανέπτυξε από τα πρώτα 3 επαγγελματικά χρόνια του, στη Βέλες του Σάρσφιλντ.

Η πρώτη ομάδα του στην Ευρώπη, πάντως, ήταν η ιταλική Πίζα, στην οποία μεταγράφηκε το 1990 και στην οποία παρέμεινε και το 1991-1992, παρά τον υποβιβασμό στη Serie B. Όταν ο σύλλογος απέτυχε να επιστρέψει στη Serie A το 1992, έδωσε τον Σιμεόνε στη Σεβίλλη και ο ήδη διεθνής μέσος άνοιξε τα «φτερά» του, οδηγώντας την ομάδα στην 7η και στην 6η θέση αντοιστοίχως, χάνοντας για λίγο το ευρωπαϊκό «εισιτήριο».

Ατλέτικο σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης

Την ίδια περίοδο, η Ατλέτικο περνούσε ορισμένες πολύ περίεργες εποχές. Ο ιδιόρρυθμος ιδιοκτήτης Χεσούς Χιλ είχε αποφασίσει το 1992 να κλείσει τις ακαδημίες της ομάδας, θεωρώντας ότι η λειτουργία τους κοστίζει ακριβά.

Με αυτόν τον τρόπο χάθηκαν παίκτες όπως ο Ραούλ, ωστόσο αντιλαμβανόμενος ότι έπρεπε να αναπληρώσει το κενό, ο Ισπανός επιχειρηματίας άρχισε να κάνει ανεξέλεγκτες μεταγραφές.

Τα αποτελέσματα, πάντως, δεν έρχονταν, αφού το τέλος του 1993-1994 βρήκε τους «ροχιμπλάνκος» στην 12η θέση, 21 πόντους πίσω από την πρωταθλήτρια Μπαρτσελόνα, σε σύστημα με 2 πόντους για κάθε νίκη. Θα ήταν 33 με το σύστημα που εφαρμόστηκε 2 σεζόν αργότερα, κάτι που υποδεικνύει περίτρανα την… επιτυχία του συστήματος Χιλ.

Διαρκείς αλλαγές προπονητών και κακή πρώτη σεζόν

Με τον ίδιο τρόπο λειτουργούσε και για τον άνθρωπο στην άκρη του πάγκου. Δεν είναι τυχαίο ότι το τέλος της πρώτης σεζόν του Σιμεόνε στο «Βιθέντε Καλδερόν» βρήκε την Ατλέτικο να έχει αλλάξει 9 προπονητές σε 2,5 σεζόν, εκ των οποίων οι 4 μόνο μέσα στο 1994-1995.

Ο άνθρωπος που οδήγησε την εθνική Κολομβίας στις μεγάλες επιτυχίες στην αρχή του ’90, Φρανσίσκο Ματουράνα, ήταν ο πρώτος προπονητής του Σιμεόνε στη Μαδρίτη, με τους Αργεντινούς Χόρχε ντ’ Αλεσάντρο και Άλφιο Μπασίλε να ακολουθούν, χωρίς επιτυχία. Η σεζόν έκλεισε με τον Κάρλος Σάντσεθ Αγκουιάρ, ο οποίος δεν έμελε να αρχίσει την επόμενη στον πάγκο της ομάδας.

Εξάλλου, ο τερματισμός έναν πόντο πάνω από τις θέσεις των μπαράζ υποβιβασμού ήταν αποτρεπτικός για τον Ισπανό προπονητή, που «κλείδωσε« τη σωτηρία της ομάδας με ισοπαλία την τελευταία αγωνιστική.

Ο Σιμεόνε αγωνίστηκε σε 29 παιχνίδια πρωταθλήματος και σημείωσε 6 γκολ, ωστόσο η απόδοσή του δεν ξεπέρασε κατά πολύ εκείνη των συμπαικτών του ή συνολικά όλης της ομάδας.

Οι ήττες από Τενερίφη, Οβιέδο, Ράθινγκ Σανταντέρ, Κομποστέλα, οι συντριβές με 4 γκολ από Μπαρτσελόνα και Ρεάλ Μαδρίτης, οδηγούσαν στο αβίαστο συμπέρασμα ότι η ομάδα χρειαζόταν περαιτέρω αλλαγές.

Οι μεταγραφές που πλαισίωσαν τον Σιμεόνε

Η μία αλλαγή αφορούσε στο σύστημα διεξαγωγής του πρωταθλήματος, αφού πλέον η νίκη θα προσέφερε 3 βαθμούς. Η πιο σημαντική για την Ατλέτικο, όμως, ήταν η πρόσληψη του Ράντομιρ Άντιτς, του πρώην προπονητή της Ρεάλ, ο οποίος θα πήγαινε στο «Καλδερόν» μαζί με τις ιδέες του και ορισμένους παίκτες.

Ένας εξ αυτών ήταν ο πιο φημισμένος Βούλγαρος επιθετικός εκείνη την εποχή, ο Λιούμποσλαβ Πένεφ, ο οποίος σε 6 σεζόν στη Βαλένθια είχε 67 γκολ σε 167 συμμετοχές στην Primera Division.

Με τον θρύλο των προηγουμένων δεκαετιών στο τέρμα, Αμπέλ Ρεσίνο, να αποχωρεί ως ελεύθερος για τη Ράγιο Βαγεκάνο, κατέστη απαραίτητη η απόκτηση ενός τερματοφύλακα και η Ατλέτικο τον βρήκε στο πρόσωπο του Χοσέ Μολίνα.

Ο παροπλισμένος Ίγκορ Ντομπροβόλσκι αποτελούσε κι αυτός παρελθόν για την ομάδα το καλοκαίρι του 1995 και ο Άντιτς επέλεξε έναν συμπατριώτη του για τον ρόλο του «εγκεφάλου« της μεσαίας γραμμής, ο οποίος αγωνιζόταν για 4 χρόνια στην Ελλάδα.

Ο λόγος φυσικά για τον Μίλινκο Πάντιτς, ο οποίος είχε συνεργαστεί ξανά με τον Άντιτς στην Παρτίζαν και γι’ αυτό ο Σέρβος τεχνικός τον προτίμησε, παρά το σχετικά προχωρημένο της ηλικίας του (29).

Νίκησε τα ντέρμπι τίτλου με… ελεύθερο Σιμεόνε

Στα πρώτα δύο παιχνίδια της σεζόν, απέναντι σε Ρεάλ Σοθιεδάδ και Ράθινγκ Σανταντέρ, η Ατλέτικο σκόραρε 4 φορές, με τον Σιμεόνε να πετυχαίνει γκολ και στα δύο παιχνίδια. Με τους 6 βαθμούς λόγω του νέου συστήματος και την εξαιρετική διαφορά τερμάτων, πάτησε κορυφή και παρέμεινε εκεί.

Μέσα στον Δεκέμβριο του 1995 αντιμετώπισε τους δύο συνδιεκδικητές εκείνου του πρωταθλήματος, την Μπαρτσελόνα και τη Βαλένθια. Απέναντι στους Καταλανούς επικράτησε με 3-1 μέσα στη Μαδρίτη, ενώ πέρασε νικηφόρα από το «Μεστάγια» με 1-0.

Αυτά τα αποτελέσματα ήταν η απαρχή μιας επιτυχημένης περιόδου με 8 νίκες σε 10 αγώνες. Ο Σιμεόνε υπήρξε (και αυτός) κομβικός σε αυτές τις νίκες, αφού δεν έπαιζε ως «καταστροφέας» του παιχνιδιού του αντιπάλου, αλλά πατούσε στην αντίπαλη περιοχή και συχνά ήταν εκείνος που έστελνε την μπάλα στα αντίπαλα δίχτυα.

Ο Άντιτς ουσιαστικά μετατόπισε τον αριστερό μέσο Πάντιτς πολύ κοντά στον Πένεφ και στον Κίκο στην επίθεση της Ατλέτικο κι έδωσε τον χώρο στον δεξιό μέσο Σιμεόνε ώστε να αγωνιστεί ως συνδετικός κρίκος μεσαίας γραμμής και γραμμής κρούσης για πρώτη (και τελευταία) εποχή της καριέρας του.

Φουλ και στο κύπελλο

Παράλληλα με την πορεία πρωταθλητισμού, η Ατλέτικο έκανε και πορεία… κυπέλλου. Πρώτο θύμα ήταν η Αλμερία, ακολούθησε η Μέριδα και μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου είχε αποκλείσει Μπέτις και Τενερίφη για να προκριθεί στα ημιτελικά του θεσμού.

Εκεί αντιμετώπισε τη Βαλένθια στα τέλη Φλεβάρη, με το πρώτο παιχνίδι να ολοκληρώνεται με τη χορταστική νίκη 5-3 μέσα στο «Μεστάγια» και τις «νυχτερίδες» να κάνουν διπλό στο «Καλδερόν» στη ρεβάνς, αλλά να μην είναι αρκετό.

Όλες οι φάσεις, όμως, περιελάμβαναν διπλά νοκ άουτ παιχνίδια, με συνέπεια να αυξηθεί η κόπωση στα πόδια των παικτών του Άντιτς και να υπάρξουν επιπτώσεις στο πρωτάθλημα.

Ένα κακό διάστημα με μία νίκη σε 5 αγωνιστικές (μεταξύ αυτών εντός έδρας ήττα από τη Ρεάλ) στα τέλη Μαρτίου και αρχές Απριλίου έδωσε τη δυνατότητα σε Βαλένθια και Μπαρτσελόνα να πλησιάσουν στη βαθμολογία.

Επρόκειτο για τις μοναδικές αντιπάλους των Μαδριλένων εκείνη τη σεζόν, αφού η Ρεάλ τερμάτισε στην 6η θέση, πίσω από Εσπανιόλ και Τενερίφη, σε πρωτάθλημα 22 ομάδων!

Κυπελλούχος Ισπανίας κόντρα στην Μπαρτσελόνα

Εκείνη η κακή περίοδος, όμως, συνέπεσε με μία πολύ ευχάριστη εξέλιξη για τους «ροχιμπλάνκος». Στις 10 Απριλίου ήταν προγραμματισμένος ο τελικός του Copa del Rey,στο «Ρομαρέδα» της Σαραγόσα.

Αντίπαλοι η Ατλέτικο και η Μπαρτσελόνα του Γιόχαν Κρόιφ και παικτών όπως ο Λουίς Φίγκο, ο Πεπ Γκουαρδιόλα, ο Χοσέ Μάρι Μπακέρο, ο Γκέοργκε Χάτζι, ο Ρόμπερτ Προσινέτσκι, ο Γκίκα Ποπέσκου, ο Γκιγέρμο Αμόρ και άλλοι.

Ο αγώνας ήταν αρκετά αμφίρροπος και τελικά οδηγήθηκε στην παράταση, χωρίς να επιτευχθεί κάποιο τέρμα. Τη λύση έδωσε ο Πάντιτς, ο οποίος έστειλε την μπάλα στα δίχτυα του Κάρλες Μπουσκέτς στο 102′ κι έδωσε στην Ατλέτικο το πρώτο τρόπαιό της μετά από το κύπελλο του 1992.

Κατέκτησε τον τίτλο με γκολ του Σιμεόνε

Σαν να μην έφτανε αυτό για την Μπαρτσελόνα, δέκα ημέρες αργότερα οι δύο ομάδες τέθηκαν ξανά αντιμέτωπες, στο «Καμπ Νόου». Οι «ροχιμπλάνκος» είχαν την ώθηση από τη νίκη του κυπέλλου και επιβλήθηκαν με 3-1 μπροστά σε 115.000 θεατές.

Η νίκη αυτή αποδείχθηκε καθοριστική για την κατάληξη της σεζόν, αφού η Ατλέτικο διατηρήθηκε σε απόσταση ασφαλείας και είχε το περιθώριο να ηττηθεί ξανά στο «Καλδερόν» από τη Βαλένθια την επόμενη αγωνιστική.

Ένα δυνατό φίνις με 3 νίκες και μία ισοπαλία στις τελευταίες αγωνιστικές κράτησαν την Ατλέτικο πάνω από τη 2η Βαλένθια και την 3η Μπαρτσελόνα μέχρι το φινάλε και με τον Σιμεόνε να ανοίγει το σκορ με κεφαλιά στη νίκη 2-0 επί της Αλμπαθέτε στις 25 Μαΐου, το νταμπλ ήταν γεγονός.

Δεύτερος σκόρερ με 12 γκολ

Ο Πένεφ ολοκλήρωσε τη χρονιά με 16 γκολ (22 σε όλες τις διοργανώσεις) και ήταν ο πρώτος σκόρερ της Ατλέτικο. Δεύτερος σκόρερ ήταν ο Σιμεόνε με 12 γκολ σε 37 αγώνες, στην πιο παραγωγική σεζόν της καριέρας του. Ακολούθησε ο Κίκο με 11 γκολ και ο Πάντιτς με 10 και αμέτρητες ασίστ.

Η Ατλέτικο αναδείχθηκε πρωταθλήτρια Ισπανίας για πρώτη φορά μετά από 19 χρόνια και μαζί με το 9ο κύπελλο, πραγματοποίησε μία ονειρευμένη χρονιά, με τον Σιμεόνε σε πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ο Αργεντινός μέσος παρέμεινε στην ομάδα και τη νέα χρονιά και ήταν καθοριστικός στην πορεία μέχρι τα προημιτελικά του Champions League, ωστόσο στο πρωτάθλημα δεν τα κατάφερε το ίδιο καλά.

Η Ρεάλ είχε προσλάβει τον Φάμπιο Καπέλο στο «τιμόνι», η Μπαρτσελόνα είχε τον Ρονάλντο στην επίθεση, ενώ οι 3 διοργανώσεις επιβάρυναν αρκετά το πρόγραμμα της Ατλέτικο, με συνέπεια να τερματίσει στην 5η θέση.

Μετά από 44 αγώνες και 7 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις, ο Σιμεόνε αποδέχθηκε την πρόταση της Ίντερ και επέστρεψε στην Ιταλία, όπου γνώρισε νέες πιένες, κυρίως αργότερα, όταν πήρε μεταγραφή στη Λάτσιο ελέω της εσωτερικής κόντρας του με τον Ρονάλντο.

Παρ’ όλα αυτά, η θητεία του στην Ατλέτικο και το θαύμα του 1996 τον κατέστησε τοπικό ήρωα. Η προσφορά του δεν λησμονήθηκε ποτέ από τους φιλάθλους και όταν τον Δεκέμβριο του 2011 επέστρεψε ως προπονητής, είχε ήδη στο πλευρό του τον κόσμο. Οκτώ χρόνια μετά, παραμένει ήρωας, αλλά κατάφερε να μεγεθύνει τον μύθο του.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...