Ο Ίγκορ Ντομπροβόλσκι είχε τέσσερις πατρίδες και αγωνίστηκε σε τρεις εθνικές ομάδες

Ο Ίγκορ Ντομπροβόλσκι ήταν μέσος με ευχέρεια επιθετικού στο σκοράρισμα. Φορούσε το «10» αλλά συχνά τον έβρισκες στα άκρα του γηπέδου. Ήταν αριστεροπόδαρος, αλλά σημείωνε γκολ από εκτελέσεις στημένων και με το δεξί.

Οι αντιθέσεις δεν σταματούν εδώ. Ήταν στο ρόστερ της Μαρσέιγ που το 1993 πανηγύρισε το Champions League, αλλά κανείς δεν του πιστώνει το παραμικρό σε αυτήν την επιτυχία. Ήταν στην Ατλέτικο Μαδρίτης στα μέσα της δεκαετίας του ’90, αλλά δεν πανηγύρισε το νταμπλ του 1996. Υπέγραψε τετραετές συμβόλαιο με την Τζένοα, όμως κανείς δεν τον θυμάται με τη φανέλα της.

Η πιο γνωστή αντίθεση είναι άλλη. Γεννήθηκε στην Ουκρανία στις 27 Αυγούστου 1967, έχει ρίζες από τη Μολδαβία, αλλά μετά από τη συμμετοχή του με την εθνική Σοβιετικής Ένωσης και την Κοινοπολιτεία, επέλεξε να αγωνιστεί με την εθνική Ρωσίας.

Η πορεία του Ντομπροβόλσκι στο ποδόσφαιρο χαρακτηρίζεται από σωρεία αντιθέσεων. Η σημαντικότερη όλων; Ήταν πολύ καλός παίκτης, όμως όλοι περίμεναν σπουδαιότερα πράγματα, βάσει του ταλέντου του.

«35 κιλά μυαλό»

Γεννήθηκε στη Μαρκόβκα της Οδησσού, πλέον ουκρανικό έδαφος, αλλά τότε κι αυτή μέλος της ΕΣΣΔ. Μεγάλωσε στο Τιρασπόλ της σημερινής Μολδαβίας, όπου φοίτησε σε αθλητικό σχολείο. Η ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο γρήγορα τον έφερε στις τάξεις της μεγαλύτερης ομάδας της χώρας, της Ζίμπρου στο Κισινάου, η οποία τότε ονομαζόταν Νίστρου.

Με τα χρώματά της έκανε ντεμπούτο το 1984, έχοντας υποβιβαστεί από την πρώτη κατηγορία του σοβιετικού πρωταθλήματος έναν χρόνο νωρίτερα. Σε ηλικία 17 ετών όχι μόνο κατάφερε να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις, αλλά έγινε παράδειγμα προς μίμηση των αντιπάλων.

Δεν είναι τυχαίο που τον Οκτώβριο του 1983, μετά από έναν παιχνίδι της Νίστρου με την πρωταθλήτρια Ντνίπρο, ο προπονητής της δεύτερης, Βλάντιμιρ Έμετς, πήρε τον 16χρονο Ντομπροβόλσκι από το χέρι, τον πήγε στα αποδυτήρια της ομάδας του και άρχισε να φωνάζει στους παίκτες του: «Κοιτάξτε ποιος σας νίκησε. Σαράντα κιλά, εκ των οποίων τα 35 είναι στο κεφάλι».

Έχασε το πρωτάθλημα λόγω κανονισμών

Στη Νίστρου αγωνίστηκε σε 37 παιχνίδια πρωταθλήματος και σημείωσε 18 τέρματα σε δύο σεζόν. Ο προπονητής του, Ανατόλι Πολόσιν, τον πήγε στην κραταιά δύναμη της εποχής στο σοβιετικό ποδόσφαιρο, στην Ντινάμο Κιέβου του Βαλερί Λομπανόβσκι, όπου έκανε ορισμένες προπονήσεις, ωστόσο ο νεαρός επέλεξε διαφορετικό σταθμό για την καριέρα του. Ντινάμο μεν, Μόσχας δε.

Το 1986 πήρε μεταγραφή στα «μεγάλα σαλόνια» και μάλιστα στην πρώτη σεζόν του εκεί, οι πρωτευουσιάνοι με παίκτες όπως ο Ίγκορ Κολιβάνοβ και ο Αλεκσάντρ Μπορόντιουκ πλησίασαν στην επάνοδό στην κορυφή του πρωταθλήματος, δέκα χρόνια μετά από τον τελευταίο τίτλο.

Ο τίτλος χάθηκε την τελευταία αγωνιστική, όταν η ομάδα του Λομπανόβσκι νίκησε με 2-1 στο ντέρμπι κορυφής την ομάδα του Ντομπροβόλσκι. Με αυτήν τη νίκη, την προσπέρασε τη βαθμολογία για έναν βαθμό, με την Ντινάμο Μόσχας να έχει και -1 εξαιτίας των 11 ισοπαλιών στη σεζόν (επιτρέπονταν μόνο 10 από το 1978, μέτρο για να μειωθεί η χειραγώγηση αγώνων και να αυξηθεί το θέαμα – η Ντινάμο Κιέβου είχε κι αυτή 11 ισοπαλίες, αλλά το μέτρο δεν ίσχυε για εκείνην, επειδή έχανε πολλούς παίκτες λόγω εθνικής ομάδας και κάποιες φορές αγωνιζόταν με μειωμένης δυναμικότητας ρόστερ).

Νίκησε τον Ρομάριο και πήρε το χρυσό

Η καταπληκτική χρονιά της Ντινάμο Μόσχας άνοιξε τον δρόμο στον Ντομπροβόλσκι και για την εθνική ΕΣΣΔ. Ο Λομπανόβσκι είχε επιστρέψει στο «τιμόνι» για την 3η θητεία του το 1986 και βλέποντας τον 19χρονο να αγωνίζεται σε 28 παιχνίδια με τον σύλλογό του, άρχισε να του εμπιστεύεται μία θέση σε εκείνη την πανίσχυρη ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης.

Παρότι διεθνής για δύο χρόνια, ο Ντομπροβόλσκι απουσίασε από την πορεία της πατρίδας του μέχρι τον τελικό του Euro 1988, όπου ηττήθηκε από την Ολλανδία του Μάρκο φαν Μπάστεν και του Ρουντ Γκούλιτ. Αντιθέτως, το ίδιο καλοκαίρι ανέβηκε ένα σκαλοπάτι πιο ψηλά, αφού κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ.

Μαζί με τον Αλεκσέι Μιχαϊλιτσένκο, τον Γιούρι Σάβιτσεβ (μετέπειτα παίκτης του Ολυμπιακού), τον Μπορόντιουκ και τον Βαντίμ Τιστσένκο, σχημάτισαν ένα αξιόλογο σύνολο, το οποίο, όμως, δεν λογιζόταν μεταξύ των φαβορί για την πρώτη θέση στο βάθρο.

Προκρίθηκε ως πρωτοπόρος από τη φάση των ομίλων, μαζί με την Αργεντινή, αποκλείοντας τη Νότια Κορέα και τις ΗΠΑ του Φρανκ Κλόπας της ΑΕΚ. Ο Ντομπροβόλσκι σημείωσε δύο από τα έξι γκολ της χώρας του σε αυτά τα τρία παιχνίδια. Στα προημιτελικά νίκησε με 3-0 την Αυστραλία, με τον νεαρό μέσο να σκοράρει δύο φορές με πέναλτι.

Στα ημιτελικά, όλα έδειχναν ότι το σοβιετικό τρένο έφτανε στον τερματικό σταθμό, αφού απέναντί του βρήκε την Ιταλία με παίκτες στο ρόστερ όπως ο Τζιανλούκα Παλιούκα, ο Αλμπερίγκο Εβάνι, ο Πιέτρο Πάολο Βίρντις, ο Μάσιμο Κρίπα, ο Μάουρο Τασότι, ο Τσίρο Φεράρα και ο Αντρέα Καρνεβάλε. Οι παίκτες του Ανατόλι Μπίσοβετς δεν το έβαλαν κάτω ούτε όταν βρέθηκαν πίσω στο σκορ από το γκολ του Βίρντις στο 50′. Ο Ντομπροβόλσκι ισοφάρισε στο 78′ και ο Αρμίνας Ναρμπεκόβας έβαλε μπροστά την ΕΣΣΔ με την έναρξη της παράτασης. Ο Μιχαϊλιτσένκο έκανε το 3-1 στο 106′ και παρά τη μείωση του Καρνεβάλε, οι Σοβιετικοί προκρίθηκαν στον τελικό.

Εκεί βρήκαν την ομάδα που απέκλεισε τη Δυτική Γερμανία των Γίργκεν Κλίνσμαν, Τόμας Χάσλερ και Καρλ Χάιντς Ρίντλε, παίκτες που δύο χρόνια αργότερα θα στέφονταν πρωταθλητές κόσμου. Η ομάδα αυτή ήταν εκείνη που θα διαδεχόταν τα «πάντσερ» στην κορυφή το 1994, η Βραζιλία των Ρομάριο, Μπεμπέτο, Κλαούντιο Ταφαρέλ, Ζορζίνιο, Καρέκα, Αντρέ Κρουζ, Μαζίνιο και Βάλντο.

Οι Βραζιλιάνοι έριζαν για τον μοναδικό τίτλο που τους έλειπε από την πλούσια συλλογή τους, τίτλο που μπορούσαν να υπερηφανευτούν οι μεγάλοι αντίπαλοί τους στη Νότια Αμερική, Ουρουγουάη και Αργεντινή, στην κόντρα για τη μεγαλύτερη εθνική ομάδα της ηπείρου. Δεν ήταν γραφτό όμως… Ξανά σε 120 λεπτά αγώνα, ξανά ούσα πίσω στο σκορ (από γκολ του Ρομάριο), ξανά με τον Ντομπροβόλσκι να ισοφαρίζει (με το 4ο πέναλτι στον θεσμό), η ΕΣΣΔ έφτασε στη νίκη. Αν και έπαιζε με 10 παίκτες από το 78′, η Σοβιετική Ένωση βρήκε το νικητήριο γκολ με τον Σάβιτσεβ στο 103′ και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο, το δεύτερο στην ιστορία της σε Ολυμπιακούς Αγώνες.

Με έξι γκολ, ο Ντομπροβόλσκι αναδείχθηκε 2ος σκόρερ του τουρνουά (7 είχε ο Ρομάριο), όμως κατέκτησε τον τίτλο του πολυτιμότερου παίκτη, εκτοξεύοντας τις μετοχές του στο διεθνές χρηματιστήριο.

Τα κείμενα του Sport-Retro.gr για τη Σοβιετική Ένωση

Τον απέκλεισε… Σοβιετικός στο Italia 90

Δύο χρόνια αργότερα, έχοντας αναδειχθεί Κορυφαίος Παίκτης του πρωταθλήματος ΕΣΣΔ το 1990, κλήθηκε στην αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας. Αγωνίστηκε για 71 λεπτά στην πρεμιέρα κόντρα στη Ρουμανία του Γκέοργκε Ποπέσκου, του Μάριους Λάκατους, του Φλόριν Ραντουτσιόιου, του Ίλιε Ντουμιτρέσκου (ο Γκέοργκε Χάτζι ήταν εκτός αποστολής αγώνα), όμως η χώρα του ηττήθηκε 0-2.

Ίδια μοίρα, ίδιο σκορ στη συνέχεια κόντρα στην Αργεντινή, η οποία είχε την… ευτυχία να χάσει τον τερματοφύλακά της, Νέρι Πουμπίδο, μόλις στο 11′, με τον Σέρχιο Γκοϊκοετσέα να τον αντικαθιστά και να γίνεται ένα από τα αστέρια του τουρνουά. Η αρμάδα του Ντιέγκο Μαραντόνα, με τους Κλάουντιο Κανίγια, Χόρχε Μπουρουτσάγα και Σέρχιο Μπατίστα στο ρόστερ, βρήκε δύο γκολ με τους Πέδρο Τρόγλιο και Μπουρουτσάγα και έβαλε σε δύσκολη θέση τους Σοβιετικούς (ο Ντομπροβόλσκι αγωνίστηκε σε όλο το παιχνίδι).

Στην 3η αγωνιστική του ομίλου, η ΕΣΣΔ διέλυσε την έκπληξη του ομίλου, το Καμερούν του Ροζέ Μιλά, του Τομά Νκονό και του Σοβιετικού προπονητή Βαλερί Νεπομνιάτσι με 4-0, με τον Ντομπροβόλσκι να σημειώνει το τελευταίο γκολ της πατρίδας του στον θεσμό. Το Ρουμανία – Αργεντινή, όμως, έληξε με μία βολική ισοπαλία 1-1, που έστειλε και τις δύο ομάδες, μαζί με τους Αφρικανούς, στην επόμενη φάση και άφησε εκτός την ΕΣΣΔ, στην τελευταία μεγάλη διοργάνωση πριν από τη διάλυσή της.

Πρωταθλητής Ευρώπης κόντρα στη Γιουγκοσλαβία

Αυτή, πάντως, δεν ήταν η τελευταία φορά που ο Ντομπροβόλσκι φόρεσε τη φανέλα με το εθνόσημο στο στήθος. Το 1990 διεξήχθη η τελική φάση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος κ-21, μία διοργάνωση που κράτησε μήνες. Τον Μάρτιο η ΕΣΣΔ απέκλεισε στην παράταση μετά από διπλούς αγώνες τη Δυτική Γερμανία του Μπέρτι Φογκτς (Στέφαν Έφενμπεργκ, Τόμας Στρουντς, Αντρέας Μέλερ, Όλιβερ Μπίρχοφ στο ρόστερ), στην προημιτελική φάση του θεσμού.

Στα ημιτελικά που διεξήχθησαν Απρίλιο και Μάιο, ξανά απόντος του Ντομπροβόλσκι, η ΕΣΣΔ απέκλεισε με μία νίκη και μία ισοπαλία τη Σουηδία του Τόμας Μπρολίν, του Πόντους Κάμαρκ, του Κένετ Άντερσον και του μετέπειτα μπακ του Παναθηναϊκού, Μίκαελ Νίλσον.

Στον τελικό, όμως, ο Ντομπροβόλσκι έδωσε «βροντερό» παρών. Αντίπαλος η σπουδαία Γιουγκοσλαβία της εποχής, με παίκτες όπως ο Ζβόνιμιρ Μπόμπαν, ο Ρόμπερτ Προσινέτσκι, ο Πρέντραγκ Μιγιάτοβιτς, ο Άλεν Μπόκσιτς, ο Ντάβορ Σούκερ, ο Ρόμπερτ Γιάρνι (πέρασε κι από Παναθηναϊκό), ο Σίνισα Μιχάιλοβιτς, ο Μίροσλαβ Τζούκιτς, ο Μπόμπαν Μπάμπουνσκι (πέρασε κι από ΑΕΚ).

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1990, η Σοβιετική Ένωση επικράτησε με 4-2 μέσα στο Σαράγεβο, με τον Ντομπροβόλσκι να σημειώνει το τελευταίο τέρμα της ομάδας του στο 84ο λεπτό. Στη ρεβάνς της Σιμφερόπολης 1,5 μήνα αργότερα, ο μέσος της Ντινάμο Μόσχας άνοιξε το σκορ στη νίκη με 3-1. Αυτή ήταν και η τελευταία διάκρισή του με την εθνική Σοβιετικής Ένωσης…

Τον ήθελαν Ολυμπιακός, Κρόιφ, πήγε Τζένοα

Ο πρώτος κύκλος της καριέρας του ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία. Είχε έρθει η ώρα να αλλάξει παραστάσεις, αν και το περιβάλλον δεν ευνοούσε κάτι τέτοιο. Η νομοθεσία στη Σοβιετική Ένωση ήταν τέτοια που δύσκολα παίκτες κάτω των 28 ετών κατάφερναν να περάσουν στην άλλη πλευρά από το Σιδηρούν Παραπέτασμα.

Πόρτο, Μονακό και Ολυμπιακός εμφανίζονται να έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για τον κατσαρομάλλη νεαρό μέσο (στα τέλη του ’80 είχε ακουστεί ακόμα και η Μπαρτσελόνα του Γιόχαν Κρόιφ), αλλά τελικά την «καρδιά» του κερδίζει το κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου, το ιταλικό. Ο 23χρονος Ντομπροβόλσκι ήταν ένας από τους ελάχιστους παίκτες που κατάφεραν να φύγουν από τη χώρα σε τέτοια ηλικία, υπογράφοντας τετραετές συμβόλαιο συνεργασίας με την Τζένοα τον Δεκέμβριο του 1990, μετά από 124 συμμετοχές και 27 γκολ στο ρωσικό πρωτάθλημα με την Ντινάμο Μόσχας.

Αν και παίκτες των «γκριφόνι», πλέον, ο Ντομπροβόλσκι δεν μπορούσε να δηλωθεί για το πρωτάθλημα της Serie A, αφού το μεταγραφικό «παράθυρο» για την Ιταλία είχε ολοκληρωθεί από τις 6 Οκτωβρίου. Η λύση δόθηκε εξ Ισπανίας, όπου η μικρή Καστεγιόν χρειαζόταν βοήθεια για να αποφύγει τον υποβιβασμό από την Primera Division.

Μέντορας του Μεντιέτα

Η Τζένοα έδωσε τον Ντομπροβόλσκι στους Ισπανούς με τη μορφή δανεισμού και πριν καλά καλά κάνει ντεμπούτο στη Serie A, ο διεθνής Σοβιετικός αγωνιζόταν σε άλλο κορυφαίο πρωτάθλημα. «Είμαι πολύ χαρούμενος για τον τρόπο που με υποδέχθηκαν οι φίλαθλοι και οι συμπαίκτες μου», φέρεται να δήλωσε στις 29 Ιανουαρίου στην «El Mundo Deportivo», αν και δεν γνώριζε ούτε ισπανικά ούτε αγγλικά.

Το ταλέντο του όφειλε να υπερκεράσει τις δυσκολίες στην επικοινωνία. Οι μεταγραφές των Ρινάτ Ντασάεφ και Βασίλι Ρατς στο παρελθόν, που είχαν και την υπογραφή του Μιχαΐλ Γκορμπατσόβ, δεν προϊδέαζαν για γρήγορη προσαρμογή του Ντομπροβόλσκι, όμως ακόμα κι ένας πρώην… προπονητής της Καστεγιόν, αλλά και θρύλος του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, ο Αλφρέδο ντι Στέφανο, εμφανιζόταν ενθουσιασμένος με δηλώσεις του για τον νεαρό ποδοσφαιριστή.

Τα πράγματα δεν άρχισαν με ιδανικό τρόπο και δεν θα μπορούσαν άλλωστε. Στις 27 Ιανουαρίου, ο Ντομπροβόλσκι έκανε ντεμπούτο απέναντι στην πέντε σερί σεζόν πρωταθλήτρια Ισπανίας Ρεάλ, με παίκτες όπως ο Εμίλιο Μπουτραγκένιο, ο Ούγκο Σάντσες και ο Χάτζι στο ρόστερ της. Το τελικό 0-3 εντός έδρας συνοδεύτηκε από κακή εμφάνιση του Σοβιετικού. Ακολούθησε η εκτός έδρας ήττα από την Εσπανιόλ που περιελάμβανε και αποβολή του, ωστόσο από τον Μάρτιο και μία νίκη με 4-2 επί της Βαγιαδολίδ (δύο γκολ, μία ασίστ), τα πράγματα άρχισαν να βελτιώνονται.

Μάλιστα, οι εμφανίσεις του στο ισπανικό πρωτάθλημα αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για έναν 17χρονο μέσο που είχε προωθηθεί εκείνη τη σεζόν στην πρώτη ομάδα από τις ακαδημίες του συλλόγου και που στο τέλος της δεκαετίας θα μάγευε με τη φανέλα της Βαλένθια. Το όνομά του; Γκαΐθκα Μεντιέτα…

Η σεζόν βρήκε στην Καστεγιόν στη ζώνη του υποβιβασμού, αλλά τις μετοχές του Ντομπροβόλσκι ψηλά, αφού σύμφωνα με δημοσιεύματα, οκτώ ισπανικές ομάδες επέδειξαν ενδιαφέρον για την απόκτησή του, μεταξύ άλλων και η Ρεάλ, όμως καμία δεν τα βρήκε με την Τζένοα.

Πατατράκ με την Κοινοπολιτεία

Το 1991-1992, τα πράγματα δεν άλλαξαν. Ο Ντομπροβόλσκι δεν έπεισε τους ιθύνοντες της Τζένοα ότι έπρεπε να καλύψει μία από τις περιορισμένες θέσεις ξένων και παραχωρήθηκε δανεικός στη Σερβέτ. Στην Ελβετία πραγματοποίησε εξαιρετική σεζόν με 15 γκολ σε 23 αγωνιστικές, σημειώνοντας δηλαδή σχεδόν τα μισά τέρματα της ομάδας του (37).

Το καλοκαίρι του 1992, όμως, ήταν εποχή αλλαγών για τον Ντομπροβόλσκι, αφού άλλαξε σύλλογο και… εθνική ομάδα. Ο Ιούνιος τον βρήκε στα γήπεδα της Σουηδίας για το Euro 1992 που είχε προκριθεί η Σοβιετική Ένωση, αλλά στο οποίο συμμετείχε η Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών, μετά από τη διάσπαση της ΕΣΣΔ.

Προπονητής της ομάδας ήταν ο Μπίσοβετς με τον οποίο κέρδισε το χρυσό στη Σεούλ, με συνέπεια ο Ντομπροβόλσκι να έχει «κλειδώσει» θέση βασικού στην ενδεκάδα. Μαζί του παίκτες όπως ο Αντρέι Καντσέλσκις, ο Ίγκορ Σαλίμοβ, ο Βίκτορ Ονόπκο, ο Όλεγκ Κουζνέτσοβ, ο Μιχαϊλιτσένκο και ο Κολιβάνοβ.

Στην πρεμιέρα, απέναντι στην (για πρώτη φορά) ενοποιημένη Γερμανία, τα πράγματα ήταν διαφορετικά από τους Ολυμπιακούς του 1988 και από το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα κ-21 του 1990, έστω κι αν οι παίκτες της «νάτσιοναλμανσαφτ» ήταν εν πολλοίς οι ίδιοι. Οι Γερμανοί ήταν παγκόσμιοι πρωταθλητές και φαβορί για το τρόπαιο, όμως το πέναλτι του Ντομπροβόλσκι στο 64′ τους έθεσε προ του φάσματος της ήττας. Ο Χάσλερ στο 90′ ισοφάρισε στο τελικό 1-1, σκορ που εν τέλει έκρινε και τον όμιλο.

Στη 2η αγωνιστική, η Κοινοπολιτεία αντιμετώπισε την Ολλανδία των Ρόναλντ Κούμαν, Φρανκ Ράικαρντ, Γκούλιτ, Ντένις Μπέργκαμπ, Φαν Μπάστεν, Γιαν Βόουτερς, Ρομπ Βίτσχε, με τον Ρίνους Μίχελς στον πάγκο, ουσιαστικά σε μία ρεβάνς του προηγούμενου τελικού. Το παιχνίδι του «Ούλεβι» έληξε ισόπαλο 0-0, με τον Ντομπροβόλσκι να αγωνίζεται σε όλη τη διάρκεια.

Στις 18 Ιουνίου 1992, όμως, ήρθε η κατάρρευση. Στο τελευταίο παιχνίδι του 2ου ομίλου, η Κοινοπολιτεία βρήκε απέναντί της την αποκλεισμένη Σκωτία. Αν και υπήρχαν ονόματα όπως ο Άντι Γκόραμ, ο Γκάρι Μακάλιστερ, ο Μπράιαν Μακλέρ, ο Στούαρτ Μακόλ, ο Άλι Μακόιστ, ο Πατ Νέβιν και ο Τζιμ Μακινάλι στο ρόστερ, οι Βρετανοί ήταν το απόλυτο αουτσάιντερ. Μέσα σε 16 λεπτά αγώνα είχαν αλλάξει τα πάντα, αφού οι Πολ Μακστέι και Μακλέρ είχαν βάλει μπροστά τη χώρα τους με 2-0 κι οι αντίπαλοί τους δεν κατάφεραν να αντιδράσουν. Ο Μακάλιστερ με πέναλτι στο τέλος έγραψε το τελικό 3-0 και με αυτήν την ήττα αποκλεισμό, η Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών ολοκλήρωσε τον κύκλο της, με μοναδικό σκόρερ στη διοργάνωση τον Ντομπροβόλσκι.

Τον πήρε ο Ταπί εν αγνοία του Γκετάλς

Σε διασυλλογικό επίπεδο, το καλοκαίρι του 1992 τον βρήκε για πρώτη φορά στα Απένινα Όρη με σκοπό την παραμονή. Άρχισε τη σεζόν ως παίκτης της Τζένοα, πήρε συμμετοχές ως βασικός, σημείωσε κι ένα γκολ, ωστόσο όταν η ομάδα άλλαξε προπονητή και στη θέση του Μπρούνο Τζόρτζι πήγε ο Τζίτζι Μαϊφρέντι, ο Ντομπροβόλσκι τέθηκε ξανά εκτός πλάνων.

Η μοναδική λύση ήταν να χρησιμοποιείται ως αριστερός μέσος, ρόλος που δεν ταίριαζε καθόλου στα χαρίσματα του ποδοσφαιριστή, με συνέπεια να βρεθεί σε δεινή θέση. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα όταν υπέστη σοβαρό τραυματισμό σε αγώνα κυπέλλου κόντρα στην Ανκόνα. Όταν επανήλθε, ο Μαϊφρέντι έδειξε σαφή προτίμηση στον Βραζιλιάνο Μπράνκο, στον Τσέχο Τόμας Σκούχραβι και στον Ολλανδό Γιον φαν’τ Σχιπ για τη μεσαία γραμμή και τα άκρα, με συνέπεια ο Ντομπροβόλσκι να κριθεί περιττός.

Τον Δεκέμβριο του ήρθε η πρόταση από τη Μαρσέιγ, μία ομάδα που είχε γιγαντώσει ο Μπερνάρ Ταπί και η οποία όδευε προς ένα ιστορικό νταμπλ για το γαλλικό ποδόσφαιρο, την κατάκτηση του πρωταθλήματος και του Champions League.

Το πρόβλημα ήταν ότι η πρόταση ήταν απευθείας από τον Γάλλο επιχειρηματία και δεν είχε να κάνει με τα «θέλω» του προπονητή. Ο Ραϊμόν Γκετάλς δεν είχε εγκρίνει την απόκτηση του Ντομπροβόλσκι και όταν ο τελευταίος έκανε την πρώτη εμφάνισή του στο προπονητικό κέντρο των Μασσαλών, ο Βέλγος τεχνικός εξεπλάγη που τον είδε μπροστά του.

Κατέκτησε το Champions League με έναν αγώνα

Ο Ντομπροβόλσκι έκανε ντεμπούτο με τη Βαλενσιέν, στο παιχνίδι του 1ου γύρου, πριν από τη ρεβάνς που θα επέφερε πανωλεθρία στη Μαρσέιγ και στον ίδιο τον Ταπί, λόγω της γνωστής υπόθεσης χειραγώγησης. Στα επόμενα παιχνίδια, όμως, ο Γκετάλς έκανε σαφές ότι δεν ήθελε τον Ντομπροβόλσκι στην ομάδα, αφού δεν ήταν επιλογή του.

Αντιθέτως, ο Ταπί τον συμπαθούσε και μάλιστα κάποια στιγμή του είπε: «Ίγκορ, αν είχα πόδια σαν τα δικά σου, θα ήμουν δισεκατομμυριούχος». Ο Ντομπροβόλσκι αποκρίθηκε: «Αν είχα μυαλό σαν το δικό σας, κύριε Ταπί, δεν θα έπαιζα καθόλου ποδόσφαιρο».

Τον Φεβρουάριο, η Μαρσέιγ δοκιμαζόταν κόντρα στη Χάβρη για ένα παιχνίδι πρωταθλήματος. Ο Ντομπροβόλσκι είχε γρίπη και 39 πυρετό, ωστόσο -όπως διηγείται- όλοι περίμεναν από εκείνον να αγωνιστεί. Ο ίδιος φοβόταν επιδείνωση της κατάστασής του λόγω του κρύου στον γαλλικό βορρά, όμως τόσο ο Γκετάλς όσο και ο Ταπί δεν δέχθηκαν τη… δικαιολογία του.

Μετά από αυτήν την απουσία, ο Ντομπροβόλσκι άρχισε να κάνει ακόμα πιο σποραδικές εμφανίσεις, με την ομάδα, έχοντας μόνο μία συμμετοχή στο Champions League. Η Μαρσέιγ κατέκτησε τα πάντα εκείνη τη σεζόν (αν και αφαιρέθηκαν αργότερα), όμως η συμβολή του ήταν απειροελάχιστη.

Υπέγραψε τον… διωγμό από την εθνική Ρωσίας

Τον Ιούνιο του 1993, η Τζένοα (που κατείχε ακόμα τα δικαιώματά του) αποφασίζει να λύσει πρόωρα το συμβόλαιό του και ο Ντομπροβόλσκι έχει την ευκαιρία να αγωνιστεί για πρώτη φορά στο νεοσύστατο ρωσικό πρωτάθλημα, επιστρέφοντας όμως στην Ντινάμο Μόσχας. Η σεζόν έχει αρχίσει από τον Μάρτιο, όμως όταν στις 27 Ιουνίου 1993 έκανε ντεμπούτο στη δεύτερη θητεία του, στο ντέρμπι με τη Λοκομοτίβ, μπήκε στον αγωνιστικό χώρο φορώντας το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Το παιχνίδι ολοκληρώθηκε με 1-1 και τον ίδιο να αγωνίζεται και στα 90 λεπτά.

Το 1993 είχε γίνει μέλος της… τρίτης εθνικής ομάδας με την οποία αγωνίστηκε στην καριέρα του, της εθνικής Ρωσίας. Στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1994, οι Ρώσοι τερμάτισαν πρώτοι στον προκριματικό όμιλο, ωστόσο η ήττα από την Ελλάδα στο Ολυμπιακό Στάδιο τον Νοέμβριο του 1993 έφερε αναταράξεις στο εσωτερικό της εθνικής ομάδας.

Το ίδιο βράδυ, 14 από τους παίκτες του ρόστερ έβαλαν την υπογραφή τους σε ένα κείμενο με το οποίο ζητούσαν την απομάκρυνση του Πάβελ Σαντούριν από την άκρη του πάγκου και την παρουσία στα γήπεδα των ΗΠΑ του Μπίσοβετς, τον οποίοι οι διεθνείς Ρώσοι θεωρούσαν τον υπεύθυνο γι’ αυτήν την ομάδα, αφού συνεργάστηκαν μαζί του τόσο στις «μικρές» εθνικές Σοβιετικής Ένωσης, όσο και στην Κοινοπολιτεία το 1992.

Ο Ντομπροβόλσκι ήταν ένας από αυτούς που υπέγραψαν την επιστολή, μαζί με τους Γιούρι Νικιφόροβ, Βαλερί Καρπίν, Αντρέι Ιβάνοβ, Σεργκέι Γιουράν, Σαλίμοβ, Κολιβάνοβ, Ονόπκο, Ντμίτρι Χλεστόβ, Σεργκέι Κιριάκοβ, Καντσέλσκις (μέσω φαξ), Αλεκσάνταρ Μοστοβόι, Όλεγκ Σαλένκο και Βασίλι Κούλκοβ.

Αν και ο Ντομπροβόλσκι είχε υπογράψει μία λευκή κόλλα, προτού γραφτεί πάνω της το κείμενο της επιστολής, και στη συνέχεια εξέφρασε τη μεταμέλειά του, δεν συμπεριλήφθηκε στην αποστολή της Ρωσίας στα γήπεδα των ΗΠΑ, η οποία είχε ως επικεφαλής τον Σαντούριν. Με αυτήν την αποδυναμωμένη ομάδα, η Ρωσία δεν κατάφερε να προκριθεί από τη φάση των ομίλων και ο Ντομπροβόλσκι έχασε την τελευταία ευκαιρία του για διάκριση σε μεγάλη διοργάνωση σε επίπεδο ανδρών.

«Διπλό ουίσκι» στην Ατλέτικο

Το τέλος του 1993 όπως και η αρχή του 1994 τον βρήκε βασικό στην Ντινάμο Μόσχας και αναγεννημένο σε διασυλλογικό επίπεδο. Μετά από 31 συμμετοχές και 9 γκολ στο πρωτάθλημα, αποφάσισε να κάνει ξανά απόπειρα να αγωνιστεί στη δυτική Ευρώπη. Στα χέρια του ήρθε πρόταση από ακόμα έναν ιδιαίτερο πρόεδρο της εποχής, τον Χεσούς Χιλ της Ατλέτικο Μαδρίτης.

Ο εκκεντρικός μεγαλομέτοχος των «ροχιμπλάνκος» είχε αλλάξει έξι προπονητές από τις αρχές του 1993 μέχρι τον Ιούνιο του 1994 και ταυτόχρονα φόρτωνε την ομάδα με καλούς παίκτες (όπως ο Ντιέγκο Σιμεόνε, ο Χοσέ Λουίς Καμινέρο, ο Κίκο κλπ.), αλλά βάσει περισσότερο των δικών του προτιμήσεων και όχι των αναλώσιμων προπονητών του. Ο Λουίς Αραγονές είχε δώσει τη θέση του στον Ραμόν Ερεντία, αυτός στον Ζαΐρ Περέιρα και ξανά πίσω στον Ερεντία. Ακολούθησε ο Εμίλιο Κρουθ, ο Χοσέ Λουίς Ρομέρο, ο Ισελίν Σάντος Οβεχέρο και ο Χόρχε ντ’ Αλεσάντρο, προτού η σεζόν 1994-1995 αρχίσει με τον Πάτσο Ματουράνα, τον ομοσπονδιακό τεχνικό της εκπληκτικής Κολομβίας της εποχής. Ούτε αυτός μακροημέρευσε, αφού τον Νοέμβριο επέστρεψε ο Ντ’ Αλεσάντρο, για να τον διαδεχθεί στα τέλη Οκτωβρίου ο Αργεντινός συμπατριώτης του Άλφιο Μπασίλε και η χρονιά να κλείσει με τον υπηρεσιακό Κάρλος Σάντσεθ Αγκιλάρ.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Ντομπροβόλσκι, ο οποίος παρουσιάστηκε την ίδια μέρα με τους Αντόνιο Βαλένσια και Ντελφί Ζέλι με συνέπεια να… ηττηθεί στις συγκρίσεις, είχε να αντιμετωπίσει και το εις βάρος του κλίμα. Οι φίλαθλοι της Ατλέτικο συχνά φώναζαν «doble de whisky, queremos doble de whisky» («διπλό ουίσκι, θέλουμε διπλό ουίσκι»), βλέποντας τον Ντομπροβόλσκι και κάνοντας ομοιοκαταληξία με το επίθετό του. Μάλιστα, επειδή δεν καταλάβαινε τη γλώσσα, συχνά σήκωνε τα χέρια και χαιρετούσε σε αυτό το πείραγμα.

Το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν το πέρασε στον πάγκο, σημειώνοντας μόνο ένα τέρμα, κόντρα στη Σπόρτινγκ Χιχόν, σε νίκη 3-2 στο «Βιθέντε Καλδερόν». Όταν ολοκληρώθηκε η σεζόν, ο επόμενος προπονητής της Ατλέτικο, ο Ράντομιρ Άντιτς, έκρινε ότι δεν χρειαζόταν τον Ντομπροβόλσκι για την επόμενη σεζόν, στην οποία οι «ροχιμπλάνκος» εν τέλει κατέκτησαν το νταμπλ.

Το πικρό τέλος στη Γερμανία

Το καλοκαίρι του 1995 επέστρεψε στην εθνική Ρωσίας μετά από όσα συνέβησαν 1,5 χρόνο νωρίτερα. Στη νίκη με 7-0 επί του Σαν Μαρίνο άνοιξε το σκορ με πέναλτι και στο 55′ σκοντάφτει και τραυματίζεται σοβαρά. Ως αποτέλεσμα, δεν είχε τη δυνατότητα να πείσει τον Άντιτς ότι κάνει λάθος και το δεύτερο μισό της σεζόν τον βρίσκει στη Γερμανία.

Αν και μόλις 28 ετών, ο Ντομπροβόλσκι είχε τη φήμη του βετεράνου γυρολόγου, παρά ενός ακμαίου και ικανού ποδοσφαιριστή. Η θητεία του στη Φορτούνα Ντίσελντορφ άρχισε από τα γήπεδα της Bundesliga, όμως το τέλος της σεζόν 1996-1997 οδήγησε τον σύλλογο στη δεύτερη τη τάξει κατηγορία του γερμανικού πρωταθλήματος. Ο Ντομπροβόλσκι δεν αποχώρησε, παρότι ήταν διεθνής μέχρι το 1998, παρέμεινε στον σύλλογο και στα «μικρά σαλόνια», μέχρι που ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού.

Στο τελευταίο παιχνίδι του, στη σεζόν 1998-1999, η Φορτούνα αντιμετώπιζε την Καρλ Τσάις Ίενα. Στο 1ο ημίχρονο, η ομάδα του βρέθηκε πίσω στο σκορ με 0-3. Στην ανάπαυλα, ο τεχνικός του συλλόγου, Ένβερ Μάριτς, είπε στους παίκτες του: «Παιδιά, σας δίνω 20 λεπτά να σημειώσετε τέσσερα γκολ. Το ξέρω ότι μπορείτε». Το τελικό σκορ ήταν 4-3. Μέσα σε 20 λεπτά, οι γηπεδούχοι είχαν ανατρέψει τα δεδομένα, στο «αντίο» του Ντομπροβόλσκι…

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...