Ο Ντέταρι πίκρανε τον Ζίκο στο «αντίο» του στην εθνική Βραζιλίας

Ο Ζίκο θεωρείται από αρκετούς φιλάθλους ο Βραζιλιάνος που έφτασε πιο κοντά στον Πελέ. Ίσως το γεγονός ότι πέρασε τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του εντός των συνόρων να τον βάζουν πάνω από παίκτες όπως ο Ρονάλντο και ο Ρομάριο στη συνείδηση των συμπατριωτών του.

Με την εθνική ομάδα η πορεία του ήταν εξαιρετική. Ηγετικό στέλεχος ίσως της πιο θεαματικής «σελεσάο» στην ιστορία, εκείνης του 1982, συνολικά έπαιξε σε 71 επίσημα παιχνίδια και σκόραρε 48 φορές.

Όχι άσχημα για έναν μέσο, ο οποίος αποφάσισε να πει το «αντίο» του στην εθνική τιμώντας ταυτόχρονα την μοναδική ομάδα για την οποία ταξίδεψε στην άλλη όχθη του Ατλαντικού Ωκεανού, την Ουντινέζε.

Μόνο που ένας -πιθανόν άγνωστος σ’ αυτόν- άλλος μεγάλος γκολτζής μέσος, ο Λάγιος Ντέταρι, φρόντισε να του χαλάσει εκείνη τη βραδιά στο «Φρίουλι»…

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για τη Βραζιλία

Γιγάντωσε τη Φλαμένγκο και πήγε Ουντινέζε

Γεννημένος στις 3 Μαρτίου του 1953, όταν πήρε μεταγραφή στην Ουντινέζε το 1983, ο Ζίκο ήταν ήδη 30 ετών και ίσως ο καλύτερος παίκτης του κόσμου.

Οδηγώντας τη Φλαμένγκο στο πρώτο Copa Libertadores της ιστορίας της, στο πρώτο Διηπειρωτικό της ιστορίας της και στα πρώτα πρωταθλήματα Βραζιλίας της ιστορίας της, είχε προλάβει να γίνει θρύλος για τον σύλλογο του Ρίο ντε Ζανέιρο.

Μαζί με την πορεία του στην εθνική Βραζιλίας έναν χρόνο νωρίτερα, ήταν αναπόφευκτο οι προτάσεις που αρνήθηκε η Φλαμένγκο το 1980 από Μίλαν και Ρόμα να επανέλθουν. Αυτήν τη φορά η Ουντινέζε κατάφερε να βρει χρήματα για την απόκτηση του Βραζιλιάνου μέσου και μάλιστα μέχρι να επιτραπεί η μετακίνηση, να προκληθεί σάλος στην Ιταλία.

Οι μεγάλες ομάδες της χώρας πίεσαν την ιταλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία να ελέγξουν τα 4.000.000 δολάρια που προσέφεραν οι «μπιανκονέρι», με συνέπεια οι φίλαθλοι της Ουντινέζε να προχωρήσουν σε συλλαλητήρια και να απειλούν ότι η ομάδα θα φύγει και θα πάει να αγωνιστεί στο γειτονικό πρωτάθλημα της Αυστρίας.

Όταν η FIGC έδωσε το «πράσινο φως», ο Ζίκο πήρε την πολυπόθητη μεταγραφή. Στις δύο σεζόν που αγωνίστηκε στην Ιταλία, σκόραρε 30 φορές σε 53 αγώνες, όμως μία σειρά από τραυματισμούς τον εμπόδισε από το να τα πάει ακόμα καλύτερα και να βοηθήσει ουσιαστικά την Ουντινέζε, η οποία δεν βελτίωσε ιδιαίτερα τη βαθμολογική θέση της.

Ο τραυματισμός του διέλυσε την καριέρα

Η χρονιά 1984-1985 ουσιαστικά αποτέλεσε το «κύκνειο άσμα» στις μεγάλες σεζόν του Ζίκο, αφού όταν το 1985 επέστρεψε στη Βραζιλία και τη Φλαμένγκο, δέχθηκε ένα «δολοφονικό» μαρκάρισμα από τον αμυντικό της Μπάνγκου, Μάρσιο Νέβες, το οποίο του διέλυσε το αριστερό γόνατο.

Ο Ζίκο χρειάστηκε 4 εγχειρήσεις τα επόμενα χρόνια για να συνεχίσει να αγωνίζεται, όμως δεν έφτασε ποτέ ξανά στο ίδιο επίπεδο. Μάλιστα, είχε ενημερώσει τον ομοσπονδιακό τεχνικό, Τέλε Σαντάνα, να μην τον υπολογίζει για το επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, όμως όταν επανήλθε μετά από πολύμηνη απουσία σε ένα ντέρμπι με τη Φλουμινένσε, η απόδοσή του έπεισε τον Βραζιλιάνο προπονητή ότι το νο10 του μπορεί να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις.

Τα πράγματα δεν ήταν έτσι και γι’ αυτό ο Ζίκο έκανε μόλις μία εμφάνιση στη διοργάνωση του… Ντιέγκο Μαραντόνα, ως αλλαγή στο 2ο ημίχρονο του προημιτελικού με αντίπαλο τη Γαλλία.

Με την είσοδό του, έβγαλε την κάθετη πάσα η οποία κατέληξε στο πέναλτι που κέρδισε ο Μπράνκο. Ο Ζίκο ανέλαβε την εκτέλεση, όμως ο Ζοέλ Μπατς έπιασε την προσπάθειά του. Το παιχνίδι οδηγήθηκε στην παράταση και στα πέναλτι, όπου εκεί ο Βραζιλιάνος ήταν πιο αποτελεσματικός, όμως η αδυναμία των Σόκρατες και Ζούλιο Σέζαρ (μετέπειτα του Παναθηναϊκού) να σκοράρουν, οδήγησαν σε αποκλεισμό της «σελεσάο».

Ανάρπαστα τα εισιτήρια για το «αντίο» του

Αυτό ήταν και το τελευταίο παιχνίδι του με την εθνική ομάδα. Οι πόνοι στο γόνατο δεν του επέτρεπαν καλά καλά να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις των αγώνων της Φλαμένγκο, με συνέπεια να πάρει την απόφαση να αποχωρήσει από την εθνική, στην οποία έκανε επίσημο ντεμπούτο το 1976.

Όμως όταν το 1988 απαλλάχθηκε από οποιαδήποτε κατηγορία φοροδιαφυγής που αντιμετώπιζε στην Ιταλία, αιτία που τον οδήγησε και στην αποχώρηση από τη χώρα και την επιστροφή στη Βραζιλία, αποφάσισε να συνδυάσει έναν σμπάρο με δύο τρυγόνια.

Στις 27 Μαρτίου του 1989 προγραμμάτισε μία τελευταία εμφάνισή του με την εθνική Βραζιλίας, σε ένα φιλικό παιχνίδι στο Ούντινε όπου θα αντιμετώπιζε μία Μικτή Κόσμου και επ’ ευκαιρίας θα αποχαιρετούσε και τους φιλάθλους της Ουντινέζε, που παρά τη σύντομη συνύπαρξή τους στο «Φρίουλι», τον αγάπησαν με πάθος.

Η αγάπη των φιλάθλων ήταν τέτοια που μία εβδομάδα πριν από τη σέντρα του αγώνα είχαν αγοράσει περίπου 30.000 εισιτήρια για το «Φρίουλι». Τα εισιτήρια για τις θέσεις στα πέταλα και τις θέσεις στις οποίες παραδοσιακά κάθονταν οι φίλαθλοι της Ουντινέζε στους αγώνες του συλλόγου είχαν εξαντληθεί.

Έσπασε το κακό σερί της Ουντινέζε

Πριν αναχωρήσει για την Ιταλία ο Ζίκο, εν μέσω υποχρεώσεων με τη Φλαμένγκο για το πρωτάθλημα Καριόκα, έγραψε ένα ανοιχτό γράμμα με αποδέκτες τους φιλάθλους της Ουντινέζε.

«Οι μέρες μου στο Φρίουλι περιλαμβάνουν ένα αξέχαστο κεφάλαιο της ζωής μου. Πάντα λατρευόμουν από όλο τον κόσμο, ακόμα και από αυτούς που μου άσκησαν δριμεία κριτική. Όταν βρισκόμουν στο Ούντινε, δεν είναι μυστικό ότι μου έλειπε η πατρίδα μου και αυτό με οδηγούσε σε πτήσεις στο Ρίο ντε Ζανέιρο, όποτε ήταν εφικτό. Όμως όταν ήμουν εκεί, πάντα μετρούσα τις μέρες μέχρι να επιστρέψω στο Ούντινε. Μετά από μερικούς μήνες στο Ούντινε, ήδη είχα πολλούς φίλους, απλούς ανθρώπους. Φιλάθλους που με έκαναν να αισθάνομαι ένας από αυτούς, εξαιτίας της απλότητάς και του αυθορμητισμού τους. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ένας ξένος», έγραψε μεταξύ άλλων.

Όταν, δε, έφτασε στην πόλη στις 22 Μαρτίου 1989, γνώρισε την αποθέωση από τους κατοίκους, τόσο στο αεροδρόμιο, όσο και στις δημόσιες εμφανίσεις που ακολούθησαν.

Το αποκορύφωμα ήρθε την Κυριακή στις 26 Μαρτίου, όταν οι Ρωμαιοκαθολικοί γιόρτασαν το Πάσχα στο γήπεδο, με την Ουντινέζε να αντιμετωπίζει την Σαμπενεντετέσε στο γήπεδο.

Οι «μπιανκονέρι» είχαν υποβιβαστεί το καλοκαίρι του 1987 λόγω εμπλοκής σε στοιχηματικό σκάνδαλο που οδήγησε σε αφαίρεση βαθμών, όμως τη σεζόν 1988-1989 βρίσκονταν σε τροχιά επανόδου στα «μεγάλα σαλόνια».

Παρ’ όλα αυτά, εκείνη την άνοιξη περνούσαν μία αρνητική περίοδο με σερί άσχημα αποτελέσματα. Ο Ζίκο βρέθηκε στο «Φρίουλι» μισή ώρα πριν από τη σέντρα για να τιμηθεί από τον σύλλογο. Η διοίκηση της Ουντινέζε είχε φροντίσει να υπάρχει μία ορχήστρα προς τιμήν του και του απένειμε χρυσό μετάλλιο για την προσφορά στην ομάδα. Ο Ζίκο από την πλευρά του έφερε γούρι, αφού η Ουντινέζε σταμάτησε το άσχημο σερί και νίκησε 2-0.

Η Βραζιλία των τίτλων στο… Ρίο Ούντινε

Μία ημέρα αργότερα είχε έρθει η ώρα για το μεγάλο παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που διοργανωνόταν από την οργανωτική επιτροπή του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1990, ως… προθέρμανση γι’ αυτό που θα ακολουθούσε στην Ιταλία έναν χρόνο αργότερα. Μάλιστα, ήταν το πρώτο event που διοργανώθηκε από την εν λόγω επιτροπή και όλα κύλησαν άψογα.

Δύο ώρες πριν από τον αγώνα, ο οποίος είχε γίνει sold out από 41.000 θεατές, η σάμπα του Ρίο μεταφέρθηκε στη βόρεια Ιταλία και πλημμύρισε το Ούντινε. Το καρναβάλι που στήθηκε στο γήπεδο της Ουντινέζε θύμισε στους Βραζιλιάνους την πατρίδα τους, όπως και οι πρασινοκίτρινες σημαίες που κάλυψαν τις σκάλες των εξεδρών.

Ο τεχνικός της Βραζιλίας, Σεμπαστιάο Λαζαρόνι, παρέταξε μία ομάδα που εξαφάνισε το jogo bonito και λίγους μήνες αργότερα θα κέρδιζε το Copa América μέσα στην Αργεντινή του Μαραντόνα, 40 χρόνια μετά από την τελευταία κατάκτηση. Ορισμένοι παίκτες αυτής της ομάδας θα στέφονταν παγκόσμιοι πρωταθλητές το 1994.

Παίκτες όπως ο Ντούνγκα και ο Μπράνκο είχαν ως ίνδαλμα τον Ζίκο τα προηγούμενα χρόνια και τώρα έπαιζαν μαζί στο «αντίο» του στη «σελεσάο». Μαζί στην ομάδα βρέθηκαν και ορισμένοι συμπαίκτες του Ζίκο στα «χρυσά χρόνια» της Φλαμένγκο, όπως οι Αντράντε, Κάρλος Μοζέρ, Τίτα και Ζούνιορ.

Από Μαραντόνα μέχρι… Λουτσέσκου η Μικτή Κόσμου

Στον αντίποδα, επελέγη μία all-star ομάδα που υπό διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσε να κατακτήσει την κορυφή του ποδοσφαιρικού κόσμου, υπό την καθοδήγηση του Νιλς Λίντχολμ και με βοηθό τον προπονητή της Ντινάμο Βουκουρεστίου, Μιρτσέα Λουτσέσκου.

Στο τέρμα υπήρχαν δύο κορυφαίοι τερματοφύλακες του ’80, οι Μισέλ Πρεντόμ (Βέλγιο) και Ρινάτ Ντασάεβ (ΕΣΣΔ). Στην άμυνα βρέθηκε ο σπουδαίος δεξιός μπακ της Πόρτο και της Πορτογαλίας για σχεδόν δύο δεκαετίες, Ζοάο Πίντο, ακόμα ένας πασίγνωστος Βέλγος, ο Έρικ Γκέρετς, και ο διεθνής συμπατριώτης του και μετέπειτα προπονητής σε Αιγάλεω και ΠΑΣ Γιάννινα, Στεφάν Ντεμόλ.

Η «σκούπα» του Ερυθρού Αστέρα μέχρι το 1989, Μπόσκο Τζουρόφσκι, βρέθηκε κι αυτός στο Ούντινε, όπως και ο συμπαίκτης του και μετέπειτα πρωταθλητής Ευρώπης (αλλά με τη Μαρσέιγ), Ντράγκαν Στόικοβιτς. Στην ομάδα υπήρχε κι ένας Κροάτης επιθετικός, ο Ραντμίλο Μιχάιλοβιτς, ο οποίος εκείνο το καλοκαίρι πήρε μεταγραφή στην Μπάγερν Μονάχου από την Ντίναμο Ζάγκρεμπ.

Μαζί τους και δύο Τούρκοι. Ένας επιθετικός μέσος της Φενέρμπαχτσε και της εθνικής, ο Ριντβάν Ντιλμέν με μεγάλη καριέρα αργότερα ως τηλεσχολιαστής, καθώς και ο κάτοχος του Χρυσού Παπουτσιού 1988, Ταντζού Τσολάκ. Ένας πασίγνωστος επιθετικός ακόμα ήταν ο Ρούι Άγκουας της Πόρτο, αν και υπήρχαν και πιο γνωστά ονόματα.

Ο Κάρλος Βαλντεράμα είχε κάνει θραύση στην Κολομβία και βρισκόταν ήδη στη Γαλλία για τη Μονπελιέ, με την εθνική ομάδα να χτίζεται γύρω του ενόψει των επιτυχιών των επόμενων ετών. Ο Ένσο Φραντσέσκολι έπαιζε κι αυτός στη Γαλλία, αλλά ήταν ήδη ο ηγέτης της Ουρουγουάης. Όμως ούτε κι αυτοί ήταν τα μεγαλύτερα ονόματα της ομάδας.

Οι δύο από τους τρεις Ολλανδούς της Μίλαν, Μάρκο φαν Μπάστεν και Φρανκ Ράικαρντ, είχαν προσκληθεί κι αυτοί στη Μικτή Κόσμου και έδωσαν το «παρών» στον αγωνιστικό χώρο, όμως απλά για να χαιρετίσουν το κοινό, αφού επικαλούμενοι κόπωση από προπόνηση, μερικές ώρες νωρίτερα, δεν αγωνίστηκαν.

Ο μεγάλος απών, όμως, ήταν ο Μαραντόνα, ο οποίος δεν γινόταν να μην προσκληθεί σε αυτόν τον αγώνα, αφού για χρόνια αποτελούσε το «αντίπαλο δέος» του Ζίκο στην εθνική Αργεντινής. Μάλιστα, συνυπήρξαν για λίγο στην Ιταλία, αντιμετώπισαν τις ίδιες κατηγορίες φοροδιαφυγής και ουσιαστικά ήταν οι δύο καλύτεροι παίκτες του πλανήτη για μία δεκαετία. Όμως ο τραυματισμός του Αργεντινού σε ένα Νάπολι – Γιουβέντους τον απέτρεψε από το να αγωνιστεί.

Στη Μικτή Κόσμου και ο Ντέταρι

Υπήρχε ακόμα ένας ποδοσφαιριστής που προσκλήθηκε σε αυτό το παιχνίδι. Ένας παίκτης που δεν είχε το στάτους των περισσοτέρων, ο οποίος όμως, το καλοκαίρι του 1988 είχε έρθει στην Ελλάδα ισοφαρίζοντας το παγκόσμιο ρεκόρ της πιο ακριβής μεταγραφής, που κατείχε από το 1987 ο Ρουντ Γκούλιτ με 6.000.000 λίρες.

Ο Λάγιος Ντέταρι θύμιζε σε πολλά στοιχεία τον Ζίκο, αφού ήταν ένας μέσος με στενή επαφή με τα δίχτυα, διέθετε εξαιρετικές εκτελέσεις στα στημένα και κάθε ομάδα στην οποία αγωνιζόταν, βασιζόταν σε εκείνον. Συνέβη με την Χόνβεντ για 7 σεζόν, συνέβη με την Άιντραχτ Φρανκφούρτης το 1987-1988, συνέβη με την εθνική Ουγγαρίας, όντας μέχρι σήμερα ο τελευταίος σκόρερ της σε Παγκόσμιο Κύπελλο.

Μόνο που εκείνος ο Ολυμπιακός βασιζόταν περισσότερο στα χρήματα του ιδιοκτήτη του, Γιώργου Κοσκωτά, παρά στους παίκτες. Όταν τον Οκτώβριο του 1988 έσκασε η «βόμβα», με την απαγγελία κατηγοριών για απάτη, πλαστογραφία και υπεξαίρεση, οι «ερυθρόλευκοι» ουσιαστικά περνούσαν σε μία εποχή απόλυτης αβεβαιότητας.

Ο Ντέταρι θα είχε μία ευκαιρία να βγάλει τα προσόντα του στη βιτρίνα της Ιταλίας, του κορυφαίου πρωταθλήματος του κόσμου εκείνη την εποχή, ώστε να ξεφύγει από τα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα (κάτι που τελικά συνέβη το 1990, φεύγοντας για την Μπολόνια).

Ο Ντέταρι νίκησε τον Ζίκο

Μπορεί ο αγώνας να ήταν επίδειξης, όμως εκείνη την εποχή οι ποδοσφαιριστές έπαιρναν στα σοβαρά αυτά τα φιλικά και προσέφεραν θέαμα στους φιλάθλους.

Η Βραζιλία είχε μεγαλύτερη συνοχή και κατά διαστήματα οι Καρέκα, Βάλντο, Ζούνιορ και Ρενάτο Γκαούτσο… έκρυβαν την μπάλα. Το πρώτο γκολ, πάντως, ήρθε στο 6′ από μία εκτέλεση φάουλ την οποία ανέλαβε ο Μπράνκο. Ο μετέπειτα πρωταθλητής κόσμου έπιασε ένα φανταστικό δυνατό σουτ με το δεξί και έστειλε την μπάλα πίσω από το τείχος, με εξωτερικό φάλτσο, και στο «παραθυράκι» του Πρεντόμ.

Στον αντίποδα, ο Ντέταρι ήταν ο πρωταγωνιστής της Μικτής Κόσμου, οργανώνοντας το παιχνίδι και φέροντας ευθύνη για την ισοφάριση στο 34′. Ο Ούγγρος μεσοεπιθετικός έπιασε ένα δυνατό σουτ στην αντεπίθεση, ο Ζιλμάρ απέκρουσε, αλλά ο Φραντσέσκολι από κοντά σε κενή εστία έγραψε το 1-1.

Αυτή ήταν η μοναδική ευκαιρία της Μικτής Κόσμου στο 1ο ημίχρονο. Στο 2ο μέρος, ο Λαζαρόνι έβαλε αρκετούς αναπληρωματικούς, μεταξύ των οποίων τον Μίλτον της ιταλικής Κόμο, που άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις, αλλά δεν είχε συνέχεια.

Η μπάλα έφτανε διαρκώς στα πόδια του Ζίκο, αφού όλοι ήθελαν να δουν ένα τελευταίο γκολ του Βραζιλιάνου με τη «σελεσάο», όμως το 3ο γκολ του αγώνα ήταν της Μικτής Κόσμου. Ο Στόικοβιτς από δεξιά έδωσε στον Ντέταρι που έκανε κίνηση στην περιοχή και με δυνατό σουτ νίκησε τον Ζιλμάρ για το 2-1 στο 65′.

Ο Ντασάεβ έκανε μία τρομερή επέμβαση σε προσπάθεια του Ζίκο λίγο αργότερα και στο 80ό λεπτό ήρθε η ώρα της αλλαγής. Ο Ζίκο έδινε τη θέση του στον Ντόουγκλας και αποχωρούσε φανερά συγκινημένος από την αποθέωση που γνώριζε από το κοινό του Ούντινε.

Παρά τη σπουδαία ευκαιρία του Τίτα στο 83′, το 2-1 παρέμεινε μέχρι τέλους, με συνέπεια το «αντίο» του Ζίκο στην εθνική ομάδα να συνδυαστεί με ήττα.

Έγινε υπουργός αθλητισμού κι επέστρεψε στο ποδόσφαιρο

«Στο Ούντινε, οι φίλαθλοι άρχισαν να αντιλαμβάνονται τι εννοούσε ένας πρωταθλητής όπως αυτός για τις ένδοξες στιγμές, που δεν θα γυρίσουν ποτέ πίσω. Όμως δεν ήταν δυσαρεστημένοι. Αντιθέτως, έδειξαν μεγάλη αναγνώριση και ευγνωμοσύνη. ‘Ευχαριστούμε, Ζίκο’, ήταν το πιο συχνό σύνθημα από τις κερκίδες. Σίγουρα, ο αγώνας δεν ήταν βαρετός», έγραφε μία ιταλική εφημερίδα την επόμενη μέρα.

Ο αγώνας «φούντωσε» τις φωνές που καλούσαν τον Λαζαρόνι να επαναφέρει στην εθνική ομάδα τον Ζίκο, με την προοπτική της συμμετοχής του σε τέταρτο Παγκόσμιο Κύπελλο. Όμως ο Ζίκο απέρριψε εμπράκτως ένα τέτοιο σενάριο, όταν το τέλος της σεζόν 1989 στη Βραζιλία τον βρήκε να κρεμάει τα «παπούτσια» του.

Μία σπουδαία καριέρα έφτανε στο τέλος, όντας πια ο 7ος σε συμμετοχές και 2ος σε γκολ στην εθνική Βραζιλίας και 2ος σε συμμετοχές (731) και 1ος σε γκολ (508, ο 2ος είχε 244) στη Φλαμένγκο, σε όλες τις διοργανώσεις.

Το 1990, στην πρώτη εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας μετά από δεκαετίες στρατιωτικής χούντας, ορίστηκε Υπουργός Αθλητισμού, όμως διατήρησε το χαρτοφυλάκιο μόλις για έναν χρόνο, αφού το 1991 αποδέχθηκε την πρόταση να αγωνιστεί στην ιαπωνική Σουμιτόμο Μέταλς, που αργότερα έγινε Κασίμα Άντλερς.

Μπορεί να επέστρεψε στο ποδόσφαιρο, όμως δεν επέστρεψε στην εθνική Βραζιλίας, αφού το τέλος του είχε έρθει εκείνο το βράδυ στο Ούντινε, ως αντίπαλος του Ντέταρι.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...