Ο «άτεχνος αμυντικός μέσος» Γκαΐθκα Μεντιέτα έβαλε το καλύτερο γκολ της Βαλένθια

Όταν ο Γκαΐθκα (ή Γκάισκα κατά το ορθόν) Μεντιέτα φόρεσε για πρώτη φορά τη φανέλα της Βαλένθια, ήταν ένας… άτεχνος αμυντικός μέσος, τον οποίο οι προπονητές του δεν εμπιστεύονταν ούτε για την εκτέλεση των πέναλτι.

Όταν σημείωσε εκείνο το γκολ στον τελικό κυπέλλου με αντίπαλο την Ατλέτικο Μαδρίτης, ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Ισπανός μέσος επανασύστηνε τον εαυτό του στην ελίτ του αθλήματος.

Μέσα σε λίγους μήνες αναδεικνυόταν δις ο κορυφαίος μέσος του Champions League, ο κορυφαίος εκτελεστής πέναλτι, ένας από τους πιο άρτιους εκπροσώπους της θέσης του και ένας από τους πιο ακριβούς παίκτες της εποχής.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για την Ισπανία

Αθλητής στίβου και όχι ποδοσφαιριστής

Θα μπορούσε να αποτελεί μία κλασική περίπτωση… μήλου που έπεσε κάτω από τη μηλιά, όμως τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά για τον Μεντιέτα. Γεννήθηκε μεν στις 27 Μαρτίου 1974 στο Μπιλμπάο, ωστόσο δεν έπαιξε ποτέ σε ομάδα της Χώρας των Βάσκων! Θα μπορούσε, μάλιστα, να μην παίξει ποτέ ποδόσφαιρο!

Από μικρός προτιμούσε να βλέπει ποδόσφαιρο, παρά να παίζει, τουλάχιστον οργανωμένα. Εξάλλου, είχε το ηλικιακό ρεκόρ Βασκονίας στα 1.000μ. και ήταν 2ος σε ολόκληρη την Ισπανία στα 13 του. Ο στίβος ήταν πάντα μία διέξοδος για τον δραστήριο Μεντιέτα.

Ο πατέρας του, Αντρές Μεντιέτα, ήταν τερματοφύλακας στην Καστεγιόν όταν ολοκλήρωνε την καριέρα του κι ενσωματώθηκε στο προπονητικό επιτελείο του συλλόγου τα επόμενα χρόνια, με συνέπεια η οικογένεια να παραμείνει στην περιφέρεια της Βαλένθια.

Ο Γκαΐθκα Μεντιέτα εντάχθηκε στα τμήματα υποδομής του συλλόγου, αξιοποιώντας την… αθλητικότητά του. «Δεν ήμουν τεχνικός παίκτης, ειλικρινά. Ήμουν μέσος, αμυντικός μέσος, επειδή η αντοχή μου ήταν πάνω από τον μέσο όρο εκείνων των παικτών. Το να τρέχω δεν ήταν πρόβλημα για μένα», εξομολογείται, για να εξηγήσει τον λόγο που λογιζόταν ως αμυντικός μέσος εκείνη την εποχή.

«Έπαιρνα την μπάλα, την έδινα στον παίκτη δίπλα μου. Το αστείο ήταν ότι αναλάμβανα εκτελέσεις πέναλτι. Όχι με την ίδια τεχνική όπως αργότερα», συμπληρώνει.

Στην Καστεγιόν έπαιξε μισή σεζόν σε ηλικία 17 ετών στη Segunda División, όμως πρόλαβε να συνυπάρξει με τον Ίγκορ Ντομπροβόλσκι και να μάθει πράγματα από έναν πιο επιθετικογενή (και τεχνίτη) ποδοσφαιριστή.

«Δεν μπορεί ούτε να σταματήσει μια μπάλα»

Η Βαλένθια πείστηκε να δαπανήσει 30.000.000 πεσέτες για να τον αποκτήσει το καλοκαίρι του 1992, ωστόσο ο Γκους Χίντινκ τον έστειλε αμέσως στη 2η ομάδα, τουλάχιστον μέχρι να του διδάξει αυτά που ήθελε.

Παράλληλα, ο Μεντιέτα έκανε συνεχώς ατομική προπόνηση για να βελτιώσει την τεχνική του. «Όταν τον είδαμε στην πρώτη προπόνηση, είπαμε ‘ποιος διάολο είναι αυτός; Δεν μπορεί ούτε να σταματήσει μια μπάλα’», ήταν η αντίδραση για τον Μεντιέτα του μετέπειτα μέσου της Ατλέτικο και της Μπαρτσελόνα, Ρομπέρτο.

«Ήμουν κάποιος που θα έτρεχα, θα έκανα δύσκολη τη ζωή του αντιπάλου, θα βοηθούσα τους συμπαίκτες μου, όμως δεν θα έκανα κάτι εντυπωσιακό. Ποτέ δεν είπα ‘είμαι καλός σε αυτό’ ή ότι ‘έχω ταλέντο’», παραδέχεται ο Μεντιέτα.

Ο Χίντινκ τον μετέτρεψε σε αρτίστα

Υπήρξε, όμως, μία στιγμή εκείνα τα χρόνια που ο διακόπτης άλλαξε και ο Μεντιέτα μετατράπηκε σε διαφορετικό παίκτη: «Είχα ένα ταλέντο και αυτό ήταν της μάθησης, της διάθεσης να διδαχθώ. Ήθελα να μάθω».

«Όταν πήγα στη Βαλένθια, στην πρώτη σεζόν μου, ο Χίντινκ προσπάθησε να επιβάλλει την ολλανδική φιλοσοφία. Μάζευε τους νεαρούς πριν από την προπόνηση, στις 8 το πρωί. Ήταν μόνο για τεχνική. Πάσες, σέντρες, τεχνική, σουτ, πάσες, πάσες, πάσες».

«Ευτυχώς ο Χίντινκ είχε σχέδιο για όλους τους νεαρούς παίκτες και ήταν σαν πατέρας μας. Κάναμε αυτήν την προπόνηση, μετά κάναμε το πρόγραμμα με τους άλλους παίκτες. Νομίζω το πρόγραμμά μας ήταν 3 φορές την εβδομάδα».

«Ήταν μία διαδικασία εκμάθησης. Δεν είχα γεννηθεί με το ταλέντο. Αν ένας προπονητής είχε κοντόφθαλμη λογική, θα έλεγε ‘δεν μας κάνει αυτός, δεν τον θέλουμε’».

«Νομίζω από την Καστεγιόν οι προπονητές είδαν κάτι σε μένα και στη συνέχεια το είδαν κι οι άνθρωποι της Βαλένθια που ήρθαν να με αγοράσουν. Βέβαια, κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα γινόμουν ένας τεχνικός παίκτης από ένας αθλητικός ποδοσφαιριστής. Ούτε εγώ μπορούσα να το δω να έρχεται».

«Νομίζω ακόμα και σήμερα, αν δούμε τον Λιονέλ Μέσι ή τον Κριστιάνο Ρονάλντο, γεννήθηκαν με ένα χάρισμα, αλλά αυτό το χάρισμα πρέπει να λειανθεί, να βελτιωθεί, να εξασκηθεί. Υπάρχουν τόσα πολλά. Αν δεν είσαι καλά στο κεφάλι σου, αν δεν είσαι συγκεντρωμένος και προσγειωμένος, αν δεν γνωρίζεις τα όριά σου, δεν θα τα καταφέρεις».

«Υπήρχαν παιδιά που ήξερα όταν ήμουν 16 και τους ήθελαν η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ επειδή ήταν εκπληκτικοί. Τους έβλεπα και έλεγα ότι είναι πολύ καλοί, εγώ δεν ήμουν στο επίπεδό τους. Κανείς τους δεν τα κατάφερε, επειδή δεν είχαν τη νοοτροπία, δεν έκαναν τις θυσίες που χρειάζονται».

Ο πρώτος χαμένος τελικός

Ο Μεντιέτα έκανε τις θυσίες που έπρεπε και μετά από το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα τον Μάιο του 1993, το 1993-1994 είχε 20 συμμετοχές στο πρωτάθλημα. Ο Χίντινκ έφυγε, ο Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα δεν τον εμπιστεύτηκε τόσο πολύ τη νέα σεζόν, ωστόσο βρέθηκε κοντά στο πρώτο τρόπαιο της καριέρας του.

Η Βαλένθια έφτασε μέχρι τον τελικό του Copa del Rey με αντίπαλο τη Λα Κορούνια του Μπεμπέτο, του Ντονάτο, του Μίροσλαβ Τζούκιτς (προτού μεταπηδήσει στο αντίπαλο στρατόπεδο) και του Φραν.

Ο αγώνας του «Σαντιάγο Μπερναμπέου» διεξήχθη σε δύο δόσεις λόγω διακοπής για έντονη βροχόπτωση. Το σκορ ήταν 1-1 στη διακοπή και συνεχίστηκε 3 μέρες αργότερα, με τους Γαλιθιάνους να σκοράρουν και τον Μεντιέτα να αποβάλλεται με 2η κίτρινη κάρτα στο 90′.

Δεν εκτέλεσε πέναλτι, η Ισπανία έχασε τον τελικό

Ο Ισπανός αγωνιζόταν αριστερό μπακ σε εκείνον τον τελικό, αφού μέχρι τότε δεν είχε σταθερή θέση στον αγωνιστικό χώρο. Τα φυσικά προσόντα του και τα τρεξίματά του τον καθιστούσαν ιδανικό τόσο για τα άκρα όσο και για το κέντρο και η θέση του ουσιαστικά αποτελούσε επιλογή του εκάστοτε προπονητή.

Για παράδειγμα, ο Χαβιέρ Κλεμέντε βρήκε θέση στον… πάγκο για τον Μεντιέτα, στο ιστορικό Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα 1996 κ-21, από όπου ξεπήδηξε όλη η «αφρόκρεμα» των παικτών των δύο επόμενων δεκαετιών.

Με τον Μεντιέτα στον πάγκο και έναν Ιβάν ντε λα Πένια σε οργιώδη φόρμα, η Ισπανία απέκλεισε τη Σκοτία στα ημιτελικά και προκρίθηκε στον τελικό, απέναντι στην Ιταλία.

Με Αλεσάντρο Νέστα, Τζιανλουίτζι Μπουφόν, Φάμπιο Καναβάρο, Φραντσέσκο Τότι, Μάρκο Ντελβέκιο, Κριστιάν Πανούτσι, Λουίτζι Σαρτόρ, Νταμιάνο Τομάζι, Αλέσιο Τακινάρντι και άλλους, η Ιταλία δεν ήταν τυχαίο που απέκλεισε τη Γαλλία των Πατρίκ Βιεϊρά, Κλοντ Μακελελέ, Ρομπέρ Πιρές, Σιλβέν Βιλτόρ, Βικάς Ντορασό, Βενσάν Καντελά, Λιονέλ Λετιζί κ.ά. στον έτερο ημιτελικό.

Όμως στο 36ο λεπτό του τελικού, η ομάδα του Τσέζαρε Μαλντίνι έμεινε με 10 παίκτες λόγω αποβολής του Νικόλα Αμορούζο κι ενώ ήταν μπροστά στο σκορ με αυτογκόλ του Ίνιγο Ιντιάκεθ.

Ο Ραούλ ισοφάρισε στο 42′, ο Ντε λα Πένια έχανε ευκαιρίες και ο Κλεμέντε ενίσχυσε την ομάδα του στο ημίχρονο με τους Χαβιέρ ντε Πέδρο (πέρασε και από τον Εργοτέλη χωρίς επίσημο αγώνα) και Όσκαρ Γκαρθία (ο μετέπειτα προπονητής του Ολυμπιακού, τότε παίκτης της Μπαρτσελόνα και ακολούθως της Βαλένθια).

Το κατενάτσιο των Ιταλών έπιασε τόπο, με τον Μεντιέτα να λειτουργεί εκ νέου ως αμυντικός μέσος, αλλά να μην χρειάζεται μεγάλο κόπο, ειδικά όταν η Ιταλία έχασε κι άλλον παίκτη με κόκκινη κάρτα στο 104′. Ο Φερνάντο Μοριέντες είχε μπει αλλαγή ήδη στην παράταση και όταν σφύριξε για τελευταία φορά σε κανονική ροή ο διαιτητής, το παιχνίδι οδηγήθηκε στα πέναλτι.

Εκεί έγινε το αδιανόητο. Ο Μεντιέτα δεν επελέγη να εκτελέσει πέναλτι, αν και ήταν εκτελεστής στην Καστεγιόν και 3ος εκτελεστής στη Βαλένθια. Ο φορμαρισμένος Ντε λα Πένια απέτυχε στην πρώτη προσπάθεια (είχε χάσει και ο Πανούτσι το πρώτο πέναλτι της διαδικασίας), Ντε Πέδρο και Αγουστίν Αρανθάμπαλ ευστόχησαν (όπως και οι Αλεσάντρο Πιστόνε, Σαλβατόρε Φρέζι και Νέστα).

Στο 4ο πέναλτι της Ισπανίας, ο Ραούλ δεν κατάφερε να νικήσει τον Άντζελο Παγκότο. Ο Ντομένικο Μορφέο έκανε το 4-2 για την Ιταλία και για ακόμα μία φορά ο Μεντιέτα έφτασε στην πηγή, αλλά δεν ήπιε νερό.

Τελειοποίησε τις εκτελέσεις πέναλτι

Εκείνο το καλοκαίρι άλλαξαν αρκετά πράγματα στη Βαλένθια. Ο Χόρχε Βαλδάνο διαδέχθηκε τον Λουίς Αραγονές (που είχε διαδεχθεί τον Παρέιρα το καλοκαίρι του 1995) και ο Πρέντραγκ Μιγιάτοβιτς πωλήθηκε στη Ρεάλ Μαδρίτης.

Ο Όλεγκ Σαλένκο είχε φύγει έναν χρόνο νωρίτερα, με συνέπεια ο Μεντιέτα να γίνει πρώτος στην ιεραρχία στα πέναλτι στην περσινή δευτεραθλήτρια της χώρας (πίσω μόνο από την νταμπλούχο Ατλέτικο Μαδρίτης).

Ο Ισπανός είχε αντιγράψει πολλά στοιχεία από τις εκτελέσεις του Ρώσου επιθετικού, ο οποίος έτρεχε πολύ αργά όταν έπαιρνε φόρα για να εκτελέσει. Σε συνδυασμό με τα τεχνικά χτυπήματα που είχε αναπτύξει, ο Μεντιέτα άρχισε να εκτελεί υποδειγματικά.

Μία τέτοια περίπτωση πέναλτι ήρθε μέσα στο «Μπερναμπέου», όταν στο 90′ σκόραρε από τη βούλα σε μία ήττα της Βαλένθια από τη Ρεάλ, λίγους μήνες αφότου ο Κλεμέντε δεν του έδωσε καμία ευκαιρία για να εκτελέσει πέναλτι με την εθνική Ισπανίας κ-21.

Η μεγάλη κόντρα με τη Λίβερπουλ

Η Βαλένθια τερμάτισε στη 10η θέση και άρχισε άσχημα και τη νέα σεζόν, με συνέπεια να σημειωθεί ξανά αλλαγή προπονητή. Ο Βαλδάνο, που δεν υπολόγιζε ιδιαίτερα τον Μεντιέτα, αποτέλεσε παρελθόν.

Στον πάγκο κάθισε ο Κλάουντιο Ρανιέρι, προερχόμενος από μία 4ετή θητεία στη Φιορεντίνα. Ο Ιταλός προπονητής ήταν αυτός που έφερε τον Μεντιέτα στον άξονα και αρκετά μέτρα πιο ψηλά στη μεσαία γραμμή, μαζί με τους Χαβιέρ Φαρινός και Λουίς Μίγια και ουσιαστικά του έδωσε την «μπαγκέτα« της ομάδας.

Ο Ισπανός ήταν ήδη βασικός, όμως με τον Ρανιέρι άρχισε να γίνεται και αποτελεσματικός, με συνέπεια σε 30 αγώνες πρωταθλήματος να σημειώσει 10 γκολ τη σεζόν 1997-1998.

Η Βαλένθια τερμάτισε στην 9η θέση και δήλωσε συμμετοχή στο Κύπελλο Intertoto, απ’ όπου συνέχισε στο Κύπελλο UEFA τη νέα σεζόν, για μία… τρελή αναμέτρηση κόντρα στη Λίβερπουλ.

Στον 2ο γύρο του τουρνουά κι ενώ το παιχνίδι στο «Άνφιλντ» είχε λήξει ισόπαλο δίχως τέρματα, ο Κλάουντιο Λόπες έβαλε μπροστά στο σκορ τους γηπεδούχους στο τέλος του 1ου μέρους. Το σκορ πρόκρισης διατηρήθηκε μέχρι το 80′, όταν ο Στιβ Μακμάναμαν ισοφάρισε σε 1-1. Πέντε λεπτά αργότερα ο Πάτρικ Μπέργκερ έκανε το 1-2, αλλά στο 90′ ο Λόπες ισοφάρισε και η Βαλένθια κυνήγησε την ανατροπή στην ανατροπή, ανεπιτυχώς.

Νίκησε τους 3 μεγάλους και βγήκε Champions League

Στη La Liga βρισκόταν πάντα σε επαφή με τη 2η της βαθμολογίας Ρεάλ Μαδρίτης, την ώρα που η Μαγιόρκα του Έκτορ Ραούλ Κούπερ την… παρεμπόδιζε, μαζί με τις Θέλτα, Λα Κορούνια, Εσπανιόλ και Αθλέτικ Μπιλμπάο που επίσης βρισκόταν πολύ κοντά.

Οι «νυχτερίδες» άνοιγαν τα… φτερά τους εκείνη τη σεζόν και δικαίως, βάσει ρόστερ. Με τον Σαντιάγο Κανιθάρες στο τέρμα (αναπληρωματικός ο Αντρές Παλόπ), Ζοσλίν Ανγκλομά, Αμεντέο Καρμπόνι, Χάβι Ναβάρο στα άκρα της άμυνας, Τζούκιτς, Γιόαχιμ Μπιέρκλουντ, Αλέν Ρος στα στόπερ, Φαρινός, Στέφαν Σβαρτς, Μίγια, Μιγκέλ Άνχελ Ανγκούλο στο κέντρο και Λόπες, Αντριάν Ιλίε, Γκόραν Βλάοβιτς και Κριστιάνο Λουκαρέλι στην επίθεση, είχαν κάθε δικαίωμα να το πράξουν.

Στην ομάδα ανήκε ο μετέπειτα μπακ της ΑΕΚ, Χουανφράν, ο μετέπειτα μέσος της ΑΕΛ, Ντένις Σέρμπαν και ο μετέπειτα επιθετικός του Ηρακλή, Σαμπίν Ιλίε (μικρός αδερφός του Αντριάν).

Αυτή η ομάδα δεν φοβόταν κανέναν αντίπαλο και γι’ αυτό νίκησε 3-1 τη Ρεάλ στο «Μεστάγια», 2-1 την Ατλέτικο στο «Βιθέντε Καλδερόν» και 4-2 τη (μετέπειτα πρωταθλήτρια) Μπαρτσελόνα στο «Καμπ Νόου».

Παρότι ολοκλήρωσε τη χρονιά με μόλις 2 νίκες στις τελευταίες 5 αγωνιστικές, κατάφερε να τερματίσει στην 4η θέση και να εξασφαλίσει την επάνοδό της, μετά από περίπου 3 δεκαετίες, στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση, έστω και στα προκριματικά. Το καλύτερο, όμως, το φύλαγε σε άλλη διοργάνωση…

Νίκη στο «Καμπ Νόου» με απίθανο γκολ

Η Βαλένθια άρχισε την πορεία της στο Copa del Rey από τη φάση των 16 και είχε ίσως την πιο ονειρεμένη διαδρομή, υποτάσσοντας κατά σειρά τον μεγάλο τοπικό εχθρό και τις 3 μεγαλύτερες ομάδες της χώρας.

Η αρχή έγινε με τη Λεβάντε, το εμπόδιο της οποίας πέρασε με περίσσια άνεση και δίχως να δεχθεί γκολ σε δύο αγώνες. Μετά από την εκτός έδρας νίκη με 3-0 (με γκολ και του Μεντιέτα) και το 1-0 στο «Μεστάγια», όμως, ήρθαν τα δύσκολα.

Αντίπαλος στα προημιτελικά ήταν η πρωτοπόρος Μπαρτσελόνα. Η ομάδα του Λουίς φαν Χάαλ, του Ριβάλντο, του Λουίς Ενρίκε, του Πεπ Γκουαρδιόλα, του Ρόναλντ ντε Μπουρ, του Φρανκ ντε Μπουρ, του Φιλίπ Κοκού, του Λουίς Φίγκο, του Πάτρικ Κλάιφερτ ήταν το απόλυτο φαβορί για την πρόκριση, ειδικά όταν ο τελευταίος άνοιξε το σκορ στο 47′ στο πρώτο παιχνίδι του «Καμπ Νόου».

Ο Λόπες, όμως, δεν μπορούσε να σταματήσει να σκοράρει για τη Βαλένθια εκείνη τη σεζόν και με δύο γκολ σε 5 λεπτά στο 2ο ημίχρονο έφερε τα πάνω κάτω. Ο Ριβάλντο ισοφάρισε στο 60′ και στο 80′ ήρθε μία στιγμή μαγείας από τον Μεντιέτα.

Ο Ιλίε ετοιμαζόταν να εκτελέσει κόρνερ από αριστερά, όταν είδε όλους τους συμπαίκτες του στη μεγάλη περιοχή της Μπαρτσελόνα να είναι μαρκαρισμένοι. Εξάλλου, τα ψηλά κορμιά των Καταλανών έκαναν ακόμα πιο δύσκολο το έργο του Ρουμάνου εκτελεστή.

Τουναντίον, ο Μεντιέτα το διευκόλυνε, αφού είχε μείνει εκτός περιοχής, στο ημικύκλιο, ξεχασμένος από τους πάντες. Ο Ιλίε του έστειλε μία συστημένη σέντρα και ο Βάσκος στηρίχθηκε στο αριστερό πόδι, έστριψε κατάλληλα το σώμα του και με το δεξί έπιασε ένα βολέ που άφησε «άγαλμα» τον Ρουντ Χεσπ, καθώς η μπάλα κατέληγε στο «παραθυράκι» του.

Τρεις νίκησε σε 10 μέρες επί της Μπαρτσελόνα

Το 3-2 ήταν γεγονός για τη Βαλένθια, που είχε νικήσει και έναν χρόνο νωρίτερα σε εκείνο το γήπεδο για το πρωτάθλημα. Υπήρχε όμως και η ρεβάνς μία εβδομάδα αργότερα και χρειαζόταν ταπεινότητα. Ή και όχι…

Στο 42ο λεπτό το σκορ ήταν 3-0 για τη Βαλένθια, με δύο γκολ του Λόπες και ένα του Ανγκούλο. Η Μπαρτσελόνα δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με το ποδόσφαιρο των «νυχτερίδων», παρότι μείωσε στο σκορ με τους Ριβάλντο και Όσκαρ στο 2ο μέρος. Ο Μεντιέτα έκανε το 4-2 στο 69′ και απλά ο Φρανκ ντε Μπουρ διαμόρφωσε το τελικό 4-3 αργότερα.

Μέσα σε 7 μέρες η Βαλένθια σημείωσε δύο νίκες επί της μετέπειτα πρωταθλήτριας Μπαρτσελόνα. Μετά από 3 μέρες ήρθε ακόμα μία νίκη, ξανά μέσα στο «Καμπ Νόου», αυτήν τη φορά για το πρωτάθλημα, με συνέπεια να αρχίσουν τα ερωτήματα σχετικά με το ποια είναι πραγματικά η καλύτερη ομάδα της χώρας εκείνη την περίοδο.

«Εξάρα» στη Ρεάλ Μαδρίτης

Η απάντηση ήρθε στα ημιτελικά του κυπέλλου και δεν επιδεχόταν αμφισβήτησης. Η Βαλένθια αντιμετώπιζε την απερχόμενη πρωταθλήτρια Ευρώπης Ρεάλ Μαδρίτης, με τον πρώτο αγώνα να έχει οριστεί για τις 9 Ιουνίου κι ενώ η μάχη για την έξοδο στο Champions League μαινόταν στο πρωτάθλημα, δύο αγωνιστικές πριν από το φινάλε.

Μπορεί οι Ραούλ, Φερνάντο Ιέρο, Ρομπέρτο Κάρλος, Πανούτσι, Ρόμπερτ Γιάρνι, Κριστιάν Καρεμπέ και Ντάβορ Σούκερ να προφυλάχθηκαν στον πρώτο αγώνα, αφού η Ρεάλ έδινε μάχη να κρατηθεί στη 2η θέση και να μη χάσει το Champions League, ωστόσο το ρόστερ των «μερένγκες» παρέμενε αξιόλογο.

Ο Τζον Τόσακ είχε στη διάθεσή του τον Μοριέντες, τον Κλάρενς Ζέεντορφ, τον Φερνάντο Ρεδόνδο, τον Άιτορ Καράνκα, τον Μανουέλ Σαντσίς και τον Γκούτι (μεταξύ άλλων) για τους αγώνες κυπέλλου, όμως ακόμα κι έτσι δεν είχε καμία τύχη στο «Μεστάγια»…

Ο καταιγιστικός Λόπες άνοιξε το σκορ στο 19ο λεπτό και στο 26′ ο Ρεδόνδο αποβλήθηκε, αφήνοντας ακάλυπτη την εστία του Μπόντο Ίλγκνερ. Ακολούθησε ένα πάρτι των γηπεδούχων, με τέρματα δύο τέρματα του Ρος, ένα του Βλάοβιτς και του Ανγκούλο μέχρι το 54′ και ο Μεντιέτα έβαλε το κερασάκι στην «τούρτα« στο 71′.

Το επιβλητικό 6-0 δεν άφησε περιθώρια στους Μαδριλένους, παρότι στη ρεβάνς ο Ουαλός τεχνικός επιστράτευσε και τους Καρεμπέ, Κάρλος και Μιγιάτοβιτς. Μόλις στο 6′ ο Μοριέντες άνοιξε το σκορ και προκάλεσε μια ανησυχία στους Βαλενθιάνους, που γνώριζαν την ισπανική ιστορία των ανατροπών στο «Μπερναμπέου».

Στο 63′ ο Μιγιάτοβιτς έκανε το 2-0 με πέναλτι, όμως κάπου εκεί τελείωσαν τα πάντα για τη Ρεάλ, που δεν κατάφερε κάτι περισσότερο. Το γκολ του Λόπες στο 89′ απλά συνέχισε το απίστευτο σερί του Αργεντινού.

Η Ατλέτικο δεν θύμιζε την πρωταθλήτρια

Ανάμεσα στους δύο αγώνες με τη Ρεάλ, η Βαλένθια είχε ηττηθεί 2-3 στην Τενερίφη, ωστόσο μετά από την πρόκριση στον τελικό νίκησε με 3-0 τη Μαγιόρκα (η οποία είχε κατακτήσει μαθηματικά την 3η θέση) και τερμάτισε πίσω της.

Πλέον, μπροστά υπήρχε μόνο ένα παιχνίδι, αυτό στο «Καρτούχα» της Σεβίλλης: ο τελικός του Copa del Rey με αντίπαλο την 3η μεγαλύτερη ομάδα της χώρας, την Ατλέτικο Μαδρίτης.

Οι «ροχιμπλάνκος» δεν θύμιζαν σε πολλά την ομάδα που πριν από 3 χρόνια είχε κατακτήσει το νταμπλ, πάνω από τις «νυχτερίδες». Μία εβδομάδα πριν από τον τελικό τερμάτιζαν στην 13η θέση του βαθμολογικού πίνακα και την επόμενη σεζόν θα υποβιβάζονταν στη Segunda División.

Παρ’ όλα αυτά, με τους Ζουνίνιο Παουλίστα, Σαντιάγο Σολάρι, Κάρλος Αγκιλέρα και Χουάν Κάρλος Βαλερόν στο κέντρο, τον Χόρχε Μολίνα στο τέρμα, τους Χοσέ Αντόνιο Σαμότ και Μικέλε Σερένα στην άμυνα και τον Χοσέ Μάρι στην επίθεση, μπορούσαν να προκαλέσουν ζημιά.

Η Ατλέτικο είχε συμφωνήσει με τον Ρανιέρι!

Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα ήταν η κατάσταση στον πάγκο. Οι μεγάλες δαπάνες την επόμενη σεζόν της συμμετοχής στο Champions League (κυρίως για Κριστιάν Βιέρι και Ζουνίνιο) δεν είχαν αποτέλεσμα για την Ατλέτικο, η οποία τερμάτισε στην 7η θέση τη σεζόν 1997-1998, με συνέπεια να απολυθεί ο αναμορφωτής της, Ράντομιρ Άντιτς.

Ο Χεσούς Χιλ προσέλαβε τον Αρίγκο Σάκι, όμως η κακή πορεία με τον Ιταλό αναμορφωτή της Μίλαν οδήγησε και στη δική του απόλυση, μετά από 22 αγώνες πρωταθλήματος. Ο Κάρλος Σάντσεθ Αγκουιάρ ανέλαβε υπηρεσιακός για 5 αγώνες και ο Χιλ επανέφερε τον Άντιτς μέχρι το τέλος της σεζόν.

Σε 10 αγώνες με τον Σέρβο προπονητή, η Ατλέτικο έκανε μόλις 3 νίκες στο πρωτάθλημα, με αποτέλεσμα να ληφθεί η απόφαση να μην συνεχιστεί η συνεργασία τη νέα σεζόν, ανεξαρτήτως του τι θα συνέβαινε στο κύπελλο.

Εξάλλου, ο Χιλ είχε συμφωνήσει πολύ πριν από το τέλος της σεζόν με ακόμα έναν… αναμορφωτή ομάδας, που εκείνη την εποχή ήταν ίσως η πιο «καυτή» του κόσμου. Ο ιδιοκτήτης της Ατλέτικο είχε δώσει τα χέρια για τη σεζόν 1999-2000 με τον… Ρανιέρι της Βαλένθια!

Ο Ιταλός τεχνικός είχε ενημερώσει πολύ πριν από τον τελικό τους παίκτες του ότι το καλοκαίρι θα τους αφήσει για να αναλάβει την Ατλέτικο.

Όταν, δε, η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε νυν και μέλλουσα ομάδα του να τεθούν αντιμέτωπες για ένα τρόπαιο, ο Ρανιέρι δεν επηρεάστηκε καθόλου και συνέχισε να καταστρώνει κανονικά τα πλάνα του για τον αγώνα.

Το πιο όμορφο γκολ στην ιστορία της Βαλένθια

Όταν στις 26 Ιουνίου 1999 οι δύο ομάδες παρατάχθηκαν στον αγωνιστικό χώρο του νεότευκτου γηπέδου της ανδαλουσιανής πρωτεύουσας, υπήρχε φαβορί και για πρώτη φορά μετά από δύο γύρους, αυτό ήταν η Βαλένθια.

Όλα ήταν υπέρ της, ακόμα και το σκορ από το 23ο λεπτό, όταν ο Λόπες σημείωσε το 29ο τέρμα σε όλες τις διοργανώσεις της πιο παραγωγικής σεζόν στην καριέρα του. Κανείς δεν θυμάται αυτό το γκολ, όμως, εξαιτίας εκείνου που ακολούθησε 10 λεπτά αργότερα.

Απέναντι στην ανοιχτή άμυνα της Ατλέτικο, που κυνηγούσε το σκορ πια, ο Ιλίε έκανε μία κούρσα από αριστερά, σταμάτησε κι έφερε την μπάλα στο δεξί του, για να γεμίσει στην αντίπαλη περιοχή.

Ο Μεντιέτα ερχόταν με φόρα από πίσω και σήκωνε το χέρι, ζητώντας μπάλα από τον συμπαίκτη του. Όπως είχε συμβεί και δύο γύρους νωρίτερα, ο Ρουμάνος βρήκε τον Βάσκο περίπου στο ημικύκλιο της μεγάλης περιοχής, αλλά αυτήν τη φορά ο Μεντιέτα είχε πλάτη προς το τέρμα. Κανένα πρόβλημα.

Ο ηγέτης της Βαλένθια κόβει ταχύτητα, πηδάει και στοπάρει με το στήθος, την ώρα που τον προσπερνούν από τις δύο πλευρές οι Ράντεκ Μπέιμπλ και Αγκιλέρα. Έχοντας προσγειωθεί στο έδαφος, πάντα με πλάτη στο τέρμα, ο Μεντιέτα κάνει ένα δεύτερο κοντρόλ με το γόνατο.

Η μπάλα δεν έχει σκάσει στο έδαφος σε όλη αυτήν τη διαδικασία και δεν έσκασε ούτε στο 3ο χτύπημα του Μεντιέτα, με το οποίο πέρασε την μπάλα πάνω από τον Αγκιλέρα, πίσω από την πλάτη του και την κατηύθυνε μέσα στην περιοχή.

Έχοντας αποφύγει δύο αντιπάλους, πλέον είχε βρεθεί σε θέση τετ α τετ με τον Μολίνα, παρά το τάκλιν ενός τρίτου παίκτη της Ατλέτικο που επιχείρησε να τον ανακόψει. Ο Μεντιέτα σούταρε ξανά χωρίς να επιτρέψει στην μπάλα να αγγίξει το χορτάρι και έγραψε το 2-0 με το πιο όμορφο τέρμα που έχει σημειώσει παίκτης στην ιστορία της Βαλένθια.

Η βραδιά ήταν του Μεντιέτα, με συνέπεια να ξεχαστεί και το δεύτερο γκολ του Λόπες στον τελικό, με το οποίο διαμορφώθηκε το 3-0 της νίκης.

Η Βαλένθια κατέκτησε το πρώτο τρόπαιο της ιστορίας της μετά από το Κύπελλο Κυπελλούχων το 1980, ενώ ο Μεντιέτα το σήκωσε στην απονομή φορώντας το περιβραχιόνιο του αρχηγού και έχοντας αφήσει πίσω του τους δύο χαμένους τελικούς του παρελθόντος.

Η αρχή και το άδοξο τέλος

Το 1999 ήταν η πρώτη μαγική χρονιά στην καριέρα του, έχοντας κάνει ήδη ντεμπούτο με την εθνική Ισπανίας τον Μάρτιο, στο 9-0 επί της Αυστρίας (το πρώτο γκολ ήρθε λίγο αργότερα στο 9-0 επί του Σαν Μαρίνο).

Ακολούθησαν ακόμα δύο φανταστικές σεζόν, με ισάριθμους (χαμένους) τελικούς Champions League υπό την τεχνική ηγεσία του Κούπερ πλέον και τον ίδιο να ανακηρύσσεται και στις δύο σεζόν Κορυφαίος Μέσος της Ευρώπης από την UEFA.

Το 2001, η παραμυθένια ιστορία του με τη Βαλένθια (όπου έχασε μόλις 12 φορές σε 28 αγώνες απέναντι σε Ρεάλ και Μπαρτσελόνα) ολοκληρώθηκε, πριν έρθουν τα δύο πρωταθλήματα του 2002 και του 2004, με τη πολυδάπανη μεταγραφή του στη Λάτσιο. Από εκεί ήρθε και η πτώση, στην οποία συνετέλεσαν και αρκετοί τραυματισμοί.

Η Μπαρτσελόνα και η Μίντλεσμπρο δεν κατάφεραν να… αναστήσουν την καριέρα του, με συνέπεια να σταματήσει το 2007, σε ηλικία 33 ετών, ουσιαστικά ξεχασμένος.

Παρ’ όλα αυτά, ήταν ο ηγέτης της πρώτης περιόδου εκείνης της αδιανόητης Βαλένθια και με εκείνα τα καταπληκτικά τέρματα που σημείωσε στο Copa del Rey του 1999, βροντοφώναξε «παρών» στην ποδοσφαιρική ελίτ της εποχής.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...